Η Τσαρούχα, ο 56χρονος και η μεγάλη παγίδα του οπαδισμού

Από την κριτική στη διαιτησία μέχρι την προσωπική στοχοποίηση η απόσταση είναι τεράστια – Οι ευθύνες είναι ατομικές και ο οπαδός δεν είναι εκπρόσωπος καμίας ομάδας.

 Σήμερα ας μιλήσουμε σοβαρά. Γιατί η υπόθεση με τη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος 56χρονου για αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με περιεχόμενο σε βάρος της Βάσως Τσαρούχα δεν είναι άλλη μία αφορμή για οπαδικές κορώνες.

Είναι μια καλή ευκαιρία να ξεκαθαρίσουμε κάτι που στο ελληνικό μπάσκετ συστηματικά μπερδεύουμε.

Άλλο η κριτική στη διαιτησία και άλλο η προσωπική στοχοποίηση. Άλλο ο φίλαθλος και άλλο ο οπαδός. Και άλλο η ατομική ευθύνη ενός ανθρώπου και άλλο η συλλογική ευθύνη μιας ομάδας.

Σύμφωνα με την Ελληνική Αστυνομία, η Διεύθυνση Δίωξης Κυβερνοεγκλήματος προχώρησε στην ταυτοποίηση του 56χρονου ως διαχειριστή δύο λογαριασμών από τους οποίους έγιναν επίμαχες αναρτήσεις, ενώ έχει σχηματιστεί δικογραφία για παραβίαση προσωπικών δεδομένων και συκοφαντική δυσφήμηση μέσω διαδικτύου.

Η υπόθεση βρίσκεται πλέον στη δικαστική οδό και εκεί πρέπει να παραμείνει.

Δεν φταίει το κασκόλ

Το πρώτο εύκολο λάθος είναι να ψάχνουμε πίσω από κάθε διαδικτυακή επίθεση την ομάδα που υποστηρίζει ο δράστης.

Και ακόμη περισσότερο να προσπαθούμε να φορτώσουμε σε έναν ολόκληρο σύλλογο όσα γράφει ένας άνθρωπος στο διαδίκτυο.

Δεν λειτουργεί έτσι.

Ο οπαδός δεν είναι εκπρόσωπος της ομάδας του. Δεν είναι διοίκηση, δεν είναι ιδιοκτήτης, δεν είναι προπονητής και ασφαλώς δεν είναι θεσμικός εκπρόσωπος κανενός συλλόγου.

Είναι ένας άνθρωπος που έχει επιλέξει να υποστηρίζει μια ομάδα.

Και μέσα στις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων που μπορεί να ακολουθούν έναν μεγάλο σύλλογο θα βρεις τα πάντα. Ανθρώπους μορφωμένους και αμόρφωτους, ψύχραιμους και φανατικούς, οικογενειάρχες και ανθρώπους που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο για να εκτονώσουν τα απωθημένα τους.

Η συμπεριφορά του ενός δεν μπορεί αυτομάτως να χρεώνεται στους υπόλοιπους.

Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον φίλαθλο και τον οπαδό

Εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία.

Ο φίλαθλος μπορεί να αγαπάει την ομάδα του και ταυτόχρονα να αναγνωρίζει ότι έπαιξε άσχημα.

Μπορεί να διαφωνεί με έναν διαιτητή χωρίς να θεωρεί ότι κάθε σφύριγμα αποτελεί οργανωμένο σχέδιο.

Μπορεί να χάσει η ομάδα του και να πει:

«Δεν ήμασταν καλοί».

Ο οπαδός, όμως, πολλές φορές λειτουργεί διαφορετικά.

Έχει ήδη αποφασίσει ποιος φταίει πριν καν αρχίσει το παιχνίδι.

Και όταν το αποτέλεσμα δεν τον δικαιώνει, ψάχνει τον εχθρό.

Ο διαιτητής γίνεται ο εύκολος στόχος. Ο αντίπαλος γίνεται εχθρός. Ο δημοσιογράφος γίνεται «στημένος». Και το διαδίκτυο μετατρέπεται σε χώρο εκτόνωσης χωρίς όρια.

Εκεί αρχίζει η επικίνδυνη περιοχή.

Η κριτική είναι δικαίωμα. Η χυδαιότητα δεν είναι.

Κανείς δεν μπορεί να απαγορεύσει την κριτική στη διαιτησία.

Μπορεί κάποιος να θεωρεί ότι ένας διαιτητής έκανε λάθος. Μπορεί να υποστηρίζει ότι ένας ορισμός ήταν λανθασμένος. Μπορεί να ζητάει διαφορετικό τρόπο αξιολόγησης ή να αμφισβητεί τις αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων.

Αυτό είναι μέρος του αθλητισμού.

Όταν όμως η κριτική μετατρέπεται σε προσωπική επίθεση, διαπόμπευση, δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων, απειλές ή συκοφαντικό περιεχόμενο, τότε αλλάζει το πράγμα.

Εκεί δεν υπάρχει πλέον «οπαδική άποψη».

Υπάρχει μια συμπεριφορά που αξιολογείται από τον νόμο.

Και αυτό ισχύει για όλους.

Κόκκινους, πράσινους, κίτρινους, μπλε ή οποιοδήποτε άλλο χρώμα.

Η Τσαρούχα δεν είναι η πρώτη

Η Βάσω Τσαρούχα έχει βρεθεί εδώ και χρόνια στο επίκεντρο έντονης κριτικής από διαφορετικές πλευρές του ελληνικού μπάσκετ.

Δεν είναι η μοναδική διαιτητής που έχει γνωρίσει αυτή την κατάσταση.

Ονόματα όπως ο Αναστόπουλος, ο Κορομηλάς και άλλοι διαιτητές έχουν βρεθεί κατά καιρούς στο στόχαστρο διαφορετικών ομάδων και διαφορετικών οπαδικών στρατοπέδων.

Και αυτό ακριβώς αποδεικνύει το πρόβλημα.

Όταν η ομάδα σου αισθάνεται αδικημένη, ο διαιτητής γίνεται ο εχθρός. Όταν αισθάνεται ευνοημένη, το ίδιο σφύριγμα ξαφνικά γίνεται σωστό.

Αυτό δεν είναι αντικειμενική κρίση.

Είναι οπαδισμός.

Το μήνυμα του Κωστίδη

Σε αυτή τη συζήτηση αξίζει να σταθούμε και σε μια τοποθέτηση του δημοσιογράφου Μανώλη Κωστίδη, ο οποίος μίλησε για την ανάγκη ο δημοσιογράφος να μην λειτουργεί ως οπαδός.

Η λογική είναι απλή και αφορά τελικά όχι μόνο τη δημοσιογραφία αλλά ολόκληρο τον αθλητισμό:

Δεν πρέπει να λες αυτό που θέλει να ακούσει το κοινό σου. Πρέπει να λες αυτό που θεωρείς ότι πραγματικά συμβαίνει.

Το ίδιο ισχύει και για τον φίλαθλο.

Αν η ομάδα σου έχασε επειδή ήταν χειρότερη, δεν φταίει πάντα ο διαιτητής.

Και αν ο αντίπαλος κέρδισε δίκαια, δεν χρειάζεται να ανακαλύψεις συνωμοσία για να κοιμηθείς ήσυχος.

Οι ομάδες δεν μπορούν να απολογούνται για κάθε ανάρτηση

Εδώ υπάρχει και μια δεύτερη υποκρισία.

Κάθε φορά που ένας άνθρωπος γράφει κάτι ακραίο στο διαδίκτυο, κάποιοι σπεύδουν να ψάξουν ποια ομάδα υποστηρίζει.

Γιατί;

Αν κάθε σύλλογος έπρεπε να απολογείται για κάθε ανάρτηση κάθε ανθρώπου που δηλώνει οπαδός του, δεν θα υπήρχε διοίκηση που θα προλάβαινε να δώσει εξηγήσεις.

Η ευθύνη είναι πρωτίστως προσωπική.

Εάν ένας άνθρωπος παρανομεί, ελέγχεται ο ίδιος.

Δεν μεταφέρεται αυτομάτως η πράξη του σε μια ολόκληρη ομάδα.

Βεβαίως, οι σύλλογοι έχουν ευθύνη να καταδικάζουν τη βία, τις απειλές και τη στοχοποίηση και να καλλιεργούν διαφορετική κουλτούρα στους φιλάθλους τους.

Αλλά άλλο η θεσμική ευθύνη για το κλίμα που δημιουργεί ένας οργανισμός και άλλο η ποινική ευθύνη για μια συγκεκριμένη πράξη ενός προσώπου.

Αυτά δεν πρέπει να τα κάνουμε σαλάτα.

Χωρίς κασκόλ και χωρίς άλλοθι

Η υπόθεση της Βάσως Τσαρούχα πρέπει να κριθεί εκεί που πρέπει: στις αρμόδιες δικαστικές Αρχές.

Και το ελληνικό μπάσκετ πρέπει επιτέλους να αποφασίσει τι θέλει.

Θέλει κριτική; Φυσικά.

Θέλει ένταση; Είναι μέρος του αθλητισμού.

Θέλει αντιπαράθεση; Ακόμη και αυτή είναι αναπόφευκτη.

Αυτό που δεν χρειάζεται είναι η μετατροπή του διαδικτύου σε χώρο προσωπικής διαπόμπευσης και οπαδικής εκδίκησης.

Γιατί κάποια στιγμή πρέπει να τελειώνει η δικαιολογία του «είμαι οπαδός».

Ο άνθρωπος που παρανομεί δεν παρανομεί επειδή φοράει ένα κασκόλ.

Παρανομεί ως άνθρωπος και ως συγκεκριμένο πρόσωπο.

Και όταν έρθει η ώρα να λογοδοτήσει, δεν θα τον σώσει ούτε το χρώμα της ομάδας του, ούτε η γειτονιά του, ούτε το κασκόλ του.

Χωρίς σημαίες. Χωρίς συνθήματα. Χωρίς άλλοθι. Μόνο ο ίδιος απέναντι στις πράξεις του.

 Διαβάστε περισσότερα ΕΔΩ:

Από το Blogger.