Τσίπρας: Η «Ιθάκη» της επιστροφής και ο λογαριασμός που δεν σβήνει

Από το «Όχι» που έγινε «Ναι» και το τρίτο μνημόνιο, στα capital controls και το Μάτι, από τις Πρέσπες και τις πολιτικές ευθύνες έως τα 13 δισ. ευρώ του νέου προγράμματος – ο πρώην πρωθυπουργός ζητά ξανά την εμπιστοσύνη μιας κοινωνίας που θυμάται και ζητά απαντήσεις.

 Ο Αλέξης Τσίπρας επέστρεψε στη ΔΕΘ με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Με ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει παροχές και μέτρα συνολικού ύψους δισεκατομμυρίων ευρώ, επιχειρεί να παρουσιάσει μια νέα πολιτική πρόταση και να διεκδικήσει ξανά χώρο στο πολιτικό σκηνικό.

Υπάρχει, όμως, ένα πρόβλημα.

Το πολιτικό παρελθόν δεν διαγράφεται επειδή αλλάζει η σελίδα.

Και στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα το παρελθόν δεν είναι μια μακρινή ανάμνηση. Είναι μια περίοδος διακυβέρνησης που άφησε βαθύ αποτύπωμα στην ελληνική κοινωνία και οικονομία.

Σήμερα ο πρώην πρωθυπουργός μιλά για μια νέα Ελλάδα, για κοινωνική δικαιοσύνη και για ένα διαφορετικό οικονομικό μοντέλο. Ποιος, όμως, δεν θυμάται το 2015;

Τότε που η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με μία από τις πιο δραματικές περιόδους της μεταπολιτευτικής της ιστορίας. Οι τράπεζες έκλεισαν, επιβλήθηκαν capital controls και εκατομμύρια πολίτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με περιορισμούς στις αναλήψεις και στις καθημερινές οικονομικές τους συναλλαγές.

Δεν ήταν μια θεωρητική συζήτηση περί οικονομικής πολιτικής.

Ήταν η ζωή των ανθρώπων.

Ήταν ο συνταξιούχος που περίμενε στην ουρά για να πάρει τα χρήματά του. Ήταν ο επαγγελματίας που δεν ήξερε αν θα μπορέσει να πληρώσει τους προμηθευτές του. Ήταν η οικογένεια που έβλεπε την οικονομική αβεβαιότητα να εισβάλλει στην καθημερινότητά της.

Και όλα αυτά συνέβησαν σε μια περίοδο κατά την οποία ο πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ είχε επενδύσει στην υπόσχεση της ρήξης.

«Ένα άρθρο, ένας νόμος» ήταν το χαρακτηριστικό σύνθημα της προεκλογικής περιόδου για την κατάργηση των μνημονιακών δεσμεύσεων.

Ήρθε όμως το δημοψήφισμα.

Ο ελληνικός λαός κλήθηκε να ψηφίσει «ΝΑΙ» ή «ΟΧΙ» στην πρόταση των δανειστών. Το αποτέλεσμα ήταν ένα συντριπτικό «ΟΧΙ».

Και λίγες ημέρες αργότερα ήρθε η συμφωνία για το τρίτο πρόγραμμα χρηματοδοτικής στήριξης.

Το «Όχι» της κάλπης μετατράπηκε πολιτικά σε μια συμφωνία που οδήγησε στο τρίτο μνημόνιο.

Αυτή είναι μία από τις μεγαλύτερες πολιτικές αντιφάσεις της περιόδου Τσίπρα. Μπορεί να εξηγηθεί με τις ασφυκτικές πιέσεις των Ευρωπαίων, τον κίνδυνο εξόδου από το ευρώ και τη δραματική κατάσταση των δημόσιων οικονομικών. Δεν μπορεί, όμως, να διαγραφεί από την πολιτική μνήμη.

Ο Αλέξης Τσίπρας πήγε στην κάλπη με το «Όχι» και επέστρεψε στις διαπραγματεύσεις για να υπογράψει ένα τρίτο μνημόνιο.

Και σήμερα, χρόνια αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος ζητά από την κοινωνία να τον ακούσει ξανά.

Ζητά μια δεύτερη ευκαιρία.

Μόνο που η κοινωνία έχει μνήμη.

Θυμάται τις ουρές στα ΑΤΜ. Θυμάται τα capital controls. Θυμάται την αγωνία. Θυμάται τις υποσχέσεις για κατάργηση των μνημονίων και τη συμφωνία του 2015.

Θυμάται ακόμη την οικονομική πολιτική της περιόδου, τον κατώτατο μισθό που παρέμεινε στα 586 ευρώ μέχρι την αύξησή του στα 650 ευρώ το 2019 και τις περικοπές στις συντάξεις που εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων.

Θυμάται τη Συμφωνία των Πρεσπών, την οποία η κυβέρνηση Τσίπρα παρουσίασε ως ιστορική λύση σε μια πολυετή διαφορά, ενώ οι επικριτές της θεώρησαν ότι αποτέλεσε σοβαρή εθνική υποχώρηση.

Θυμάται και τη φράση του ίδιου του Τσίπρα ότι «η θάλασσα δεν έχει σύνορα», η οποία χρησιμοποιήθηκε έκτοτε από τους πολιτικούς του αντιπάλους ως σύμβολο μιας διαφορετικής προσέγγισης στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, εθνικής ασφάλειας και γεωστρατηγικής.

Αλλά υπάρχει και μια άλλη πληγή της περιόδου εκείνης.

Το Μάτι.

Η φονική πυρκαγιά της 23ης Ιουλίου 2018, που κόστισε τη ζωή σε 104 ανθρώπους, αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της σύγχρονης Ελλάδας. Και πέρα από την ποινική διάσταση της υπόθεσης, παραμένει ένα τεράστιο πολιτικό ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε τότε ο κρατικός μηχανισμός, για τις ευθύνες της Πολιτείας και για τη διαχείριση της κρίσης.

Οι εικόνες της καταστροφής, οι άνθρωποι που χάθηκαν και η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε δεν μπορούν να σβήσουν από τη μνήμη.

Και δεν είναι μόνο το Μάτι.

Είναι και η συνολική εικόνα που άφησε η περίοδος εκείνη σε επίπεδο θεσμών, δικαιοσύνης και δημόσιας διοίκησης.

Στη δίκη της Χρυσής Αυγής, η οποία ξεκίνησε το 2015 και ολοκληρώθηκε σε πρώτο βαθμό το 2020, η διαδικασία αντιμετώπισε σοβαρά πρακτικά προβλήματα και αλλεπάλληλες μετακινήσεις αιθουσών. Η επιλογή του χώρου διεξαγωγής της δίκης αποτέλεσε επί χρόνια αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης, με την τότε κυβέρνηση να δέχεται κριτική για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε το ζήτημα.

Το ίδιο βαρύ παραμένει στη συλλογική μνήμη και το τραγικό κεφάλαιο της Marfin.

Η δολοφονική επίθεση του Μαΐου του 2010 στο υποκατάστημα της τράπεζας στην οδό Σταδίου κόστισε τη ζωή σε τρεις εργαζομένους, μεταξύ των οποίων και μία έγκυος γυναίκα. Παρά τις έρευνες και τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, η ποινική διερεύνηση για τους δράστες της επίθεσης δεν οδήγησε σε καταδίκες για τις ανθρωποκτονίες. Η υπόθεση παραμένει ένα από τα πιο οδυνηρά σύμβολα της πολιτικής και κοινωνικής βίας της μνημονιακής περιόδου.

Και όλα αυτά δημιουργούν ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα:

Μπορεί ένας πολιτικός να επιστρέφει ζητώντας να κριθεί μόνο για όσα υπόσχεται από εδώ και πέρα, χωρίς να κρίνεται και για όσα έκανε όταν είχε την εξουσία;

Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί σήμερα να εμφανιστεί ως πολιτικός που έχει αφήσει πίσω του τα λάθη, τις συγκρούσεις και τις αντιφάσεις του παρελθόντος. Το βιβλίο του «Ιθάκη» δίνει τη δική του εκδοχή για την περίοδο 2015-2019 και ασκεί κριτική σε πρώην συνεργάτες και στελέχη του.

Όμως η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά.

Ο πρωθυπουργός είναι πρωθυπουργός όταν τα πράγματα πάνε καλά, αλλά είναι πρωθυπουργός και όταν τα πράγματα πάνε στραβά.

Δεν γίνεται να πιστώνεσαι τις επιτυχίες και να χρεώνεις τις αποτυχίες αποκλειστικά στους συνεργάτες σου.

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα που συνοδεύει σήμερα την επιστροφή του.

Όχι αν μπορεί να μιλήσει ξανά όμορφα.

Όχι αν μπορεί να παρουσιάσει ένα ελκυστικό πρόγραμμα.

Αλλά αν μπορεί να κοιτάξει την κοινωνία στα μάτια και να πει καθαρά:

«Αυτά ήταν τα λάθη μου. Αυτές ήταν οι δικές μου ευθύνες. Αυτά θα έκανα διαφορετικά».

Γιατί ένα πρόγραμμα δισεκατομμυρίων ευρώ δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στις εξαγγελίες. Η κοινωνία δικαιούται να γνωρίζει από πού θα βρεθούν τα χρήματα, ποιο είναι το πραγματικό δημοσιονομικό κόστος και ποιος τελικά θα πληρώσει τον λογαριασμό.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν επιστρέφει ως πολιτικός που ζητά την πρώτη του ευκαιρία.

Επιστρέφει ως πρώην πρωθυπουργός που ζητά δεύτερη.

Και η δεύτερη ευκαιρία στην πολιτική δεν δίνεται επειδή κάποιος αλλάζει αφήγημα. Δίνεται όταν η κοινωνία πειστεί ότι ο άνθρωπος που ζητά ξανά την ψήφο της έχει καταλάβει τι πήγε λάθος την πρώτη φορά.

Γιατί η πολιτική μπορεί να αλλάξει σύνθημα, πρόγραμμα και αφήγημα.

Δεν μπορεί όμως να αλλάξει το παρελθόν.

Το 2015 δεν ξεχάστηκε.

Τα κλειστά τραπεζικά καταστήματα δεν ξεχάστηκαν.

Τα capital controls δεν ξεχάστηκαν.

Το δημοψήφισμα και η μετατροπή του «Όχι» σε συμφωνία δεν ξεχάστηκαν.

Το τρίτο μνημόνιο δεν ξεχάστηκε.

Το Μάτι δεν ξεχάστηκε.

Οι Πρέσπες δεν ξεχάστηκαν.

Και οι πολιτικές αποφάσεις της περιόδου 2015-2019 δεν μπορούν να διαγραφούν από ένα νέο πολιτικό αφήγημα.

Ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να ζητά μια δεύτερη ευκαιρία.

Το αν θα την πάρει, όμως, δεν θα το αποφασίσει ο ίδιος. Θα το αποφασίσει η κοινωνία.

Και η κοινωνία, πριν δώσει δεύτερη ευκαιρία, έχει κάθε δικαίωμα να ζητήσει πρώτα κάτι πολύ απλό:

Απολογισμό. Ευθύνη. Και καθαρές απαντήσεις.

Του Γιάννη Παρασύρη 

Από το Blogger.