Η ΔΕΘ τελείωσε. Το παραμύθι τελείωσε;

Παροχές με δόσεις, φορολογική αφαίμαξη χωρίς τέλος και μια κυβέρνηση που επιστρέφει «ανάσες» από τα χρήματα που ήδη πήρε – Η οικονομία της κάλπης και η Ελλάδα που ζητά πραγματικές λύσεις.

Η ΔΕΘ τελείωσε. Τα χειροκροτήματα κόπασαν, τα φώτα έσβησαν και τα επικοινωνιακά πυροτεχνήματα πήραν τον δρόμο τους. Αυτό που μένει, όμως, είναι η πραγματικότητα.

Και η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σκληρή από την εικόνα που επιχειρήθηκε να φιλοτεχνηθεί.

Πίσω από τις εξαγγελίες και τα πακέτα μέτρων υπάρχει μια απλή πολιτική διαπίστωση: μια κυβέρνηση που φορολογεί την κοινωνία και στη συνέχεια επιστρέφει ένα μικρό μέρος αυτών των χρημάτων ως «παροχή», ζητά ουσιαστικά από τον πολίτη να αισθανθεί και ευγνωμοσύνη.

Ο σοσιαλισμός στο μεγαλείο του.

Παροχές με το βλέμμα στην κάλπη

Συνταξιούχοι και δημόσιοι υπάλληλοι μπορούν να πάρουν μια μικρή ανάσα. Όμως η ερώτηση παραμένει:

Γιατί αυτή η «ανάσα» παρουσιάζεται ως κυβερνητική γενναιοδωρία, όταν προηγείται μια χρόνια φορολογική και οικονομική πίεση που έχει ήδη περιορίσει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών;

Η πολιτική στόχευση μοιάζει προφανής.

Οι συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες αποτελούν έναν σημαντικό εκλογικό κορμό και η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά τη σημασία τους.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι στηρίζονται οι συνταξιούχοι ή οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Το πρόβλημα είναι ότι μια ολόκληρη κοινωνία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με διαφορετικά μέτρα και διαφορετικές ταχύτητες, ανάλογα με το εκλογικό της αποτύπωμα.

Για τον ιδιωτικό τομέα, η «ανάσα» έρχεται αύριο

Για τον ιδιωτικό υπάλληλο, η μεγάλη αλλαγή παραπέμπεται ξανά στο μέλλον.

Άλλα το 2027.

Άλλα το 2028.

Άλλα το 2029.

Η κοροϊδία σε δόσεις. Το μαρτύριο της σταγόνας.

Ο εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα δεν ζει, όμως, σε ένα ημερολόγιο κυβερνητικών εξαγγελιών.

Ζει σήμερα.

Πληρώνει σήμερα.

Νοικιάζει σήμερα.

Αγοράζει τρόφιμα σήμερα.

Πληρώνει ρεύμα σήμερα.

Βάζει καύσιμα σήμερα.

Πληρώνει φόρους σήμερα.

Και αυτό που χρειάζεται δεν είναι άλλη μία υπόσχεση για το μέλλον.

Χρειάζεται πραγματική αύξηση της αγοραστικής του δύναμης τώρα.

Και η επιχειρηματικότητα;

Εδώ η εικόνα γίνεται ακόμη πιο προβληματική.

Σε μια χώρα που χρειάζεται επενδύσεις, παραγωγή, νέες επιχειρήσεις και νέες θέσεις εργασίας, η κυβέρνηση θα έπρεπε να παρουσιάσει ένα πραγματικά τολμηρό σχέδιο απελευθέρωσης της επιχειρηματικότητας.

Αντί γι' αυτό, ο επιχειρηματίας εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με γραφειοκρατία, υψηλό λειτουργικό κόστος, φορολογικές επιβαρύνσεις και ένα περιβάλλον που συχνά τιμωρεί περισσότερο το ρίσκο απ' όσο επιβραβεύει την προσπάθεια.

Πού είναι η μεγάλη μεταρρύθμιση;

Πού είναι η αποφασιστική μείωση της γραφειοκρατίας;

Πού είναι η ουσιαστική μείωση του κόστους λειτουργίας;

Πού είναι το φορολογικό πλαίσιο που θα κάνει έναν νέο άνθρωπο να θέλει να ανοίξει επιχείρηση αντί να αναζητήσει την τύχη του στο εξωτερικό;

Αντί για μεταρρυθμίσεις, βλέπουμε υποσχέσεις. Αντί για ένα καθαρό αναπτυξιακό σχέδιο, βλέπουμε το «θα» να απλώνεται μέχρι το 2029.

Το κόστος τελικά το πληρώνει ο καταναλωτής

Και υπάρχει μια ακόμη μεγάλη αντίφαση.

Η κυβέρνηση ζητά από τον ιδιωτικό τομέα να σηκώσει μεγαλύτερο μισθολογικό και λειτουργικό κόστος, χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη αποφασιστική μείωση των επιβαρύνσεων που αντιμετωπίζει μια επιχείρηση.

Και εδώ υπάρχει μια απλή οικονομική πραγματικότητα:

Όταν αυξάνεται το κόστος παραγωγής και λειτουργίας, κάποιος τελικά το πληρώνει.

Και αυτός ο «κάποιος» είμαστε συχνά όλοι εμείς.

Στο σούπερ μάρκετ.

Στις υπηρεσίες.

Στα ενοίκια.

Στην καθημερινή κατανάλωση.

Στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Η αλυσίδα είναι γνωστή. Και στο τέλος ο λογαριασμός φτάνει στον πολίτη.

Ο «κλειστός κουμπαράς» και η Ελλάδα των δύο ταχυτήτων

Και μετά έρχεται ο περίφημος «κλειστός κουμπαράς».

Η λογική είναι απλή: όποιος μπορεί να αποταμιεύει κάθε χρόνο ένα σημαντικό ποσό για το παιδί του, μπορεί να αποκτήσει σημαντικό φορολογικό ή οικονομικό όφελος.

Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.

Τι γίνεται με εκείνον που δεν μπορεί να αποταμιεύσει ούτε ένα ευρώ;

Με τον γονιό που πληρώνει ενοίκιο;

Με την οικογένεια που παλεύει με τους λογαριασμούς;

Με εκείνον που το εισόδημά του τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας;

Εκεί τι ακριβώς προσφέρει η πολιτεία;

Γιατί η υπογεννητικότητα δεν αντιμετωπίζεται μόνο με κίνητρα για όσους έχουν ήδη τη δυνατότητα να αποταμιεύουν.

Αν θέλουμε πραγματικά περισσότερα παιδιά, πρέπει να δημιουργήσουμε μια χώρα στην οποία οι νέοι θα μπορούν να ζήσουν, να στεγαστούν, να εργαστούν και να δημιουργήσουν οικογένεια χωρίς να αισθάνονται ότι καταδικάζονται οικονομικά.

«Σπίτι μου 3»: περισσότερη ζήτηση, αλλά πού είναι η προσφορά;

Και στο στεγαστικό, η κυβέρνηση επιμένει σε προγράμματα που αυξάνουν τη δυνατότητα αγοράς χωρίς να αντιμετωπίζουν στον ίδιο βαθμό το βασικό πρόβλημα:

την έλλειψη επαρκούς προσφοράς κατοικιών.

Όταν διοχετεύεις νέα ζήτηση σε μια αγορά όπου τα διαθέσιμα σπίτια είναι περιορισμένα, υπάρχει ο κίνδυνος να πιέσεις ακόμη περισσότερο τις τιμές.

Το αποτέλεσμα;

Αντί να λύνεται το στεγαστικό, το πρόβλημα μεταφέρεται και βαθαίνει.

Ο νέος δεν χρειάζεται μόνο δάνειο.

Χρειάζεται σπίτι σε τιμή που μπορεί να αντέξει.

Τρίτεκνοι: εξίσωση με αστερίσκους

Το ίδιο μοτίβο επανέρχεται και στους τρίτεκνους.

Η εξίσωση με τους πολύτεκνους παρουσιάζεται ως σημαντικό βήμα.

Όμως όταν ακολουθούν εισοδηματικοί κόφτες και περιορισμοί, η εξίσωση παύει να είναι πραγματική και γίνεται εξίσωση με αστερίσκους.

Μισή εξίσωση, μισή πολιτική, ολόκληρη η απογοήτευση.

Μια οικογένεια δεν μετρά μόνο το εισόδημά της.

Μετρά τρία παιδιά, τρία σχολεία, τρία σύνολα αναγκών, τρόφιμα, ρούχα, δραστηριότητες, στέγη, ενέργεια και καθημερινά έξοδα.

Η οικογένεια χρειάζεται σταθερή στήριξη, όχι αποσπασματικά μέτρα που αλλάζουν ανάλογα με τον επόμενο προϋπολογισμό.

Αυτό δεν είναι κοινωνική πολιτική. Είναι πολιτική της κάλπης

Κάπου εδώ τελειώνει το επικοινωνιακό αφήγημα και αρχίζει η ουσία.

Αυτό δεν μοιάζει με μια συνολική οικονομική στρατηγική. Μοιάζει περισσότερο με πολιτική διαχείριση με ορίζοντα την επόμενη κάλπη.

Η κυβέρνηση μοιράζει ανάσες εκεί που μπορεί να αποδώσουν πολιτικά και μεταθέτει τις μεγαλύτερες υποσχέσεις για αργότερα.

Μόνο που η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει μέχρι το 2029.

Η κοινωνία γερνά.

Η υπογεννητικότητα βαθαίνει.

Η στέγη γίνεται δυσκολότερη.

Η ακρίβεια πιέζει.

Η παραγωγή χρειάζεται ενίσχυση.

Η επιχειρηματικότητα χρειάζεται χώρο.

Και οι νέοι άνθρωποι χρειάζονται λόγο για να μείνουν και να δημιουργήσουν εδώ.

Η κοινωνία δεν πρόκειται να χειροκροτήσει μια κυβέρνηση επειδή επιστρέφει στους πολίτες ένα μέρος από τα χρήματα που προηγουμένως έχει εισπράξει μέσω φόρων και επιβαρύνσεων.

Οι Έλληνες δεν ζητούν ελεημοσύνη.

Δεν ζητούν κυβερνητικά φιλοδωρήματα.

Ζητούν να μπορούν να ζουν από τη δουλειά τους.

Ζητούν πραγματικούς μισθούς.

Ζητούν προσιτή στέγη.

Ζητούν ουσιαστική στήριξη της οικογένειας.

Ζητούν λιγότερη γραφειοκρατία.

Ζητούν χαμηλότερο κόστος για την επιχείρηση.

Ζητούν μια οικονομία που θα επιβραβεύει την εργασία, την παραγωγή, την επένδυση και το επιχειρείν.

Και κυρίως ζητούν να σταματήσει η λογική ότι κάθε πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί με ένα ακόμη επίδομα.

Η Ελλάδα δεν είναι εκλογικός χάρτης

Στο τέλος της ημέρας, η εικόνα είναι απλή.

Η Ελλάδα δεν είναι εκλογικός χάρτης. Είναι μια κοινωνία που παλεύει να σταθεί όρθια.

Και μια κυβέρνηση δεν κρίνεται από το πόσο καλά γνωρίζει να σχεδιάζει την επόμενη εκλογική της στρατηγική.

Κρίνεται από το αν κάνει τη ζωή του πολίτη καλύτερη.

Από το αν ο νέος μπορεί να φύγει από το πατρικό του.

Από το αν η οικογένεια μπορεί να μεγαλώσει παιδιά.

Από το αν ο εργαζόμενος μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς από τον μισθό του.

Από το αν ο επιχειρηματίας μπορεί να επενδύσει χωρίς να αισθάνεται ότι τιμωρείται επειδή τόλμησε.

Από το αν ο συνταξιούχος μπορεί να ζήσει χωρίς να μετρά κάθε ευρώ.

Η ΔΕΘ τελείωσε.

Τα χειροκροτήματα τελείωσαν.

Οι εξαγγελίες καταγράφηκαν.

Τώρα αρχίζει η πραγματική δοκιμασία: η καθημερινότητα.

Και εκεί δεν υπάρχουν τηλεοπτικά πλάνα, εξέδρες και χειροκροτήματα.

Υπάρχει μόνο ο πολίτης.

Το πορτοφόλι του.

Το σπίτι του.

Η οικογένειά του.

Η δουλειά του.

Και η αγωνία του για το αύριο.

Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να κυβερνά με το βλέμμα στην επόμενη κάλπη. Η Ελλάδα, όμως, χρειάζεται κυβέρνηση με το βλέμμα στην επόμενη γενιά.

Οι Έλληνες δεν ζητούν να τους επιστρέψουν ψίχουλα από αυτά που τους πήραν. Ζητούν να τους αφήσουν να αναπνεύσουν.

Του Γιάννη Παρασύρη 

Από το Blogger.