Η Ελλάδα που πενθεί με story και ξεχνάει με το επόμενο swipe
Ο θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη έγινε ο καθρέφτης μιας χώρας που μετατρέπει την τραγωδία σε τηλεοπτικό προϊόν, την οργή σε περιεχόμενο και τη μνήμη σε εφήμερο story.
Υπάρχουν δύο Ελλάδες.
Η μία ανεβάζει μαύρο story, μια σπασμένη καρδιά, ένα «δεν το πιστεύω» και θεωρεί ότι έκανε το καθήκον της.
Η άλλη κάθεται στα πάνελ και, πριν ακόμη στεγνώσει το μελάνι της είδησης, έχει αποφασίσει ποιος είναι ο ένοχος, ποιος ο αθώος και ποιος πρέπει να καταδικαστεί μέχρι το επόμενο διαφημιστικό.
Και κάπου ανάμεσα βρίσκεται η πραγματική Ελλάδα.
Αυτή που δουλεύει, πληρώνει, αγχώνεται, περιμένει και κάθε τόσο ανακαλύπτει —συνήθως μετά από μια τραγωδία— ότι υπάρχουν και θεσμοί.
Ή τουλάχιστον έτσι λέμε.
Γιατί στην Ελλάδα οι θεσμοί έχουν ένα περίεργο ταλέντο: εμφανίζονται πάντα μετά το δυστύχημα, μετά τον θάνατο, μετά την καταστροφή. Ποτέ πριν.
Ο νεκρός γίνεται άγιος και ο παρουσιαστής εισαγγελέας
Ο θάνατος του Μαζωνάκη άνοιξε ξανά το γνωστό ελληνικό πακέτο:
Νύχτα.
Τηλεόραση.
Δημοσιότητα.
Ιατρική ευθύνη.
Πολιτική ευθύνη.
Και φυσικά, το αγαπημένο μας εθνικό σπορ: να βρούμε έναν ένοχο πριν βρούμε τα στοιχεία.
Η πραγματικότητα θέλει έρευνα.
Το πάνελ θέλει τηλεθέαση.
Η πραγματικότητα θέλει χρόνο.
Το πάνελ θέλει τίτλο μέχρι τις 21:00.
Και κάπως έτσι ο γιατρός γίνεται τέρας, ο νεκρός άγιος, ο παρουσιαστής ανακριτής και ο σχολιαστής εισαγγελέας.
Ο τηλεθεατής;
Χειροκροτά από τον καναπέ, γράφει «δικαιοσύνη τώρα», βρίζει στα social και μετά ψάχνει πού θα βγει το Σάββατο.
Η τραγωδία τελείωσε. Πάμε παρακάτω.
Πενθούμε με φίλτρο και ξεχνάμε με scroll
Αυτό είναι το καινούργιο μας πολιτιστικό επίτευγμα.
Καταφέραμε να κάνουμε ακόμη και το πένθος περιεχόμενο.
Μαύρη φωτογραφία.
Λευκά γράμματα.
Ένα τραγούδι.
«Δεν υπάρχουν λόγια».
Και από κάτω μερικές χιλιάδες likes για να επιβεβαιωθεί ότι συγκινηθήκαμε σωστά.
Ο θάνατος έγινε social media event.
Η αγανάκτηση έγινε engagement.
Η τραγωδία έγινε τηλεθέαση.
Και η μνήμη απέκτησε διάρκεια 24 ωρών.
Μετά story expired.
Όπως και η ευαισθησία.
Σήμερα «δικαιοσύνη». Αύριο τραπέζι πρώτης πίστας.
Αυτή είναι η Ελλάδα του «δεν βαριέσαι».
Σήμερα κλαίμε.
Αύριο ζητάμε «να πέσει άπλετο φως».
Μεθαύριο έχουμε ξεχάσει τι ακριβώς ζητούσαμε.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στο τηλεοπτικό παράθυρο και το τραπέζι της πρώτης σειράς, η τραγωδία γίνεται παλιά είδηση.
Δεν είναι ότι δεν συγκινούμαστε.
Συγκινούμαστε υπερβολικά εύκολα και ξεχνάμε ακόμη ευκολότερα.
Δεν φταίνε τα μπουζούκια. Φταίει ότι αρχίσαμε να ζούμε σαν μπουζούκια.
Να το ξεκαθαρίσουμε.
Δεν φταίνε τα μπουζούκια.
Δεν φταίει το λαϊκό.
Δεν φταίει το τσιφτετέλι.
Φταίει η νοοτροπία του «να ξεχαστώ».
Όταν το «να ξεχαστώ» γίνεται πολιτική φιλοσοφία, τότε έχουμε πρόβλημα.
Γιατί η κοινωνία δεν θέλει πλέον να καταλάβει.
Θέλει να εκτονωθεί.
Να βρίσει.
Να κάνει repost.
Να πει «όλοι ίδιοι είναι».
Και μετά να κοιμηθεί ήσυχη.
Αυτό δεν είναι πολιτική συνείδηση.
Είναι καταναλωτική εκτόνωση.
Και κάπως έτσι φτάσαμε να ζούμε σαν ένα κακό σκυλάδικο:
Δυνατή μουσική, χαμηλά φώτα, λουλούδια, ακριβές φιάλες και κανείς δεν θέλει να ανάψει τον διακόπτη.
Γιατί με τα φώτα αναμμένα φαίνονται τα χάλια.
Η τηλεόραση που πουλάει το δράμα και μετά το καταγγέλλει
Και τότε μπαίνει η τηλεόραση.
Η μεγάλη μας εθνική σχολή σοβαρότητας.
Αυτή που επί χρόνια μας ταΐζει με reality, καβγάδες, φωνές, «αποκλειστικά» και τηλεοπτικούς εισαγγελείς, ξαφνικά ανακαλύπτει την ανάγκη για αντικειμενική ενημέρωση.
Θαυμάσιο.
Είναι σαν να βάζεις τον λύκο να κάνει σεμινάριο για την ασφάλεια του κοτετσιού.
Η συνταγή είναι γνωστή:
Ένας νεκρός.
Ένας ύποπτος.
Ένας ειδικός.
Ένας δικηγόρος.
Ένας συγγενής.
Ένας πολιτικός.
Και ένας παρουσιαστής που τα ξέρει όλα.
Έτοιμο το επεισόδιο.
Ανάψτε φώτα.
Κάμερες.
Πάμε διαφημίσεις.
Γιατί πρέπει να πεθάνει κάποιος για να θυμηθούμε τους θεσμούς;
Εδώ είναι η ουσία.
Το τι ακριβώς συνέβη στην υπόθεση Μαζωνάκη πρέπει να το απαντήσουν οι αρμόδιες αρχές και η Δικαιοσύνη με στοιχεία. Όχι τα πάνελ, όχι τα social media και σίγουρα όχι όποιος φωνάζει περισσότερο.
Αλλά υπάρχει ένα πολύ πιο ενοχλητικό ερώτημα:
Γιατί πρέπει να πεθάνει κάποιος για να θυμηθούμε ότι οι θεσμοί οφείλουν να λειτουργούν;
Γιατί πρέπει να χαθούν 57 άνθρωποι για να ξαναμιλήσουμε σοβαρά για τους σιδηροδρόμους;
Γιατί πρέπει να υπάρξει μια τραγωδία για να θυμηθούμε την εποπτεία, τον έλεγχο και τη λογοδοσία;
Γιατί στην Ελλάδα η πρόληψη είναι βαρετή, ενώ η καταστροφή κάνει τηλεθέαση;
Αυτό είναι το πρόβλημα.
Έχουμε κάνει την τραγωδία υποκατάστατο της θεσμικής λειτουργίας.
«Όλοι ίδιοι είναι»: το πιο βολικό άλλοθι
Και μετά έρχεται η μαγική φράση:
«Όλοι ίδιοι είναι».
Η φράση που βολεύει τους πάντες.
Δεν χρειάζεται να ψάξεις.
Δεν χρειάζεται να απαιτήσεις.
Δεν χρειάζεται να θυμάσαι.
Δεν χρειάζεται να συγκρίνεις.
Αρκεί ένα «όλοι ίδιοι».
Και καθάρισες.
Αν όλοι φταίνε, κανείς δεν λογοδοτεί.
Αν όλοι είναι ίδιοι, κανείς δεν ξεχωρίζει.
Και αν τίποτα δεν αλλάζει, ας βάλουμε ένα ποτό.
Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία.
Είναι ο πιο βολικός μηχανισμός κοινωνικής αδράνειας.
Η χώρα που έμαθε να καταπίνει τα πάντα
Ο εργαζόμενος πιέζεται;
«Έτσι είναι η ζωή».
Το ενοίκιο έγινε θηλιά;
«Κάπως θα τα βολέψουμε».
Η βενζίνη ακριβαίνει;
«Τι να κάνουμε;»
Η ακρίβεια τρώει τον μισθό;
«Θα περάσει».
Η πολιτική γίνεται επικοινωνιακό παιχνίδι;
«Όλοι ίδιοι είναι».
Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί τίποτα δεν αλλάζει.
Μα πώς να αλλάξει;
Η παρακμή δεν χρειάζεται πλέον να μας νικήσει. Την έχουμε κάνει καθημερινότητα.
Η Ελλάδα του «πάμε κι όπου βγει»
Η πραγματική μας ασθένεια ίσως δεν είναι ότι έχουμε προβλήματα.
Είναι ότι έχουμε μάθει να ζούμε μαζί τους.
Να τα κανονικοποιούμε.
Να τα σχολιάζουμε.
Να τα ξεχνάμε.
Και να περιμένουμε την επόμενη τραγωδία για να ξαναθυμηθούμε ότι κάτι δεν πάει καλά.
Η κοινωνική οργή έγινε story.
Η πολιτική συνείδηση έγινε πάνελ.
Η μνήμη έγινε scroll.
Και η απαίτηση για λογοδοσία έγινε «να δούμε τι θα δείξει η έρευνα».
Μέχρι να τελειώσει η έρευνα, θα έχει αλλάξει η επικαιρότητα.
Και μέχρι να αλλάξει η επικαιρότητα, θα έχουμε βρει τον επόμενο νεκρό, τον επόμενο ένοχο και το επόμενο hashtag.
Ο Μαζωνάκης ως καθρέφτης
Ο Γιώργος Μαζωνάκης ήταν κομμάτι της ελληνικής νύχτας.
Και η νύχτα είναι ένας καθρέφτης της κοινωνίας.
Όχι επειδή το λαϊκό τραγούδι είναι πρόβλημα.
Αλλά επειδή η ανάγκη να ξεχαστούμε έχει γίνει τρόπος ζωής.
Να πιούμε για να ξεχάσουμε.
Να διασκεδάσουμε για να ξεχάσουμε.
Να βρίσουμε για να ξεχάσουμε.
Να ανεβάσουμε story για να δείξουμε ότι υπάρχουμε.
Και κυρίως να μην κοιτάξουμε πολύ προσεκτικά τον καθρέφτη.
Γιατί μπορεί να μη μας αρέσει αυτό που θα δούμε.
ΥΓ.: Ακόμη και ο θάνατος έγινε selfie
Αν επιβεβαιωθούν οι αναφορές για ανθρώπους που στην κηδεία ανέβηκαν σε μνήματα προκειμένου να τραβήξουν καλύτερες φωτογραφίες και προκάλεσαν φθορές, τότε έχουμε ίσως την πιο καθαρή εικόνα της εποχής.
Δεν μας αρκεί πλέον να ζούμε το γεγονός. Πρέπει να το ανεβάσουμε.
Ούτε το πένθος γλιτώνει από τη selfie.
Ούτε η τραγωδία από τον αλγόριθμο.
Ούτε ο νεκρός από το engagement.
Και κάπου εκεί βρίσκεται η Ελλάδα του 2026:
Μια χώρα που πενθεί το βράδυ, εξοργίζεται το πρωί και μέχρι το μεσημέρι έχει ήδη ψάξει το επόμενο θέμα.
Δεν είναι ότι η Ελλάδα πέθανε.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι έχει αρχίσει να θεωρεί φυσιολογικό να σαπίζει όρθια.
Του Γιάννη Παρασύρη



