Χωρίς αλλαγές στο ασφαλιστικό μέχρι το 2030 – Νέα αξιολόγηση για τα όρια ηλικίας
Σε προσωρινή φάση σταθερότητας εισέρχεται το πλαίσιο συνταξιοδότησης, καθώς δεν αναμένονται μεταβολές στα ισχύοντα ηλικιακά όρια τουλάχιστον έως το 2030, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Απογευματινής της Κυριακής».
Η επανεξέταση του συστήματος μετατίθεται για τα επόμενα χρόνια, με τις αρμόδιες αρχές να αναμένεται να επανεκτιμήσουν το συνολικό πλαίσιο με βάση τις δημογραφικές εξελίξεις και τις επικαιροποιημένες αναλογιστικές μελέτες. Μέχρι τότε, το ισχύον καθεστώς παραμένει αμετάβλητο.
Σήμερα, τα βασικά όρια συνταξιοδότησης στην Ελλάδα διαμορφώνονται στα 62 έτη με 40 χρόνια ασφάλισης ή στα 67 έτη με τουλάχιστον 15 χρόνια ασφάλισης, χωρίς να προβλέπεται καμία αλλαγή στο άμεσο μέλλον.
Κομβικό ρόλο στη διαμόρφωση των μελλοντικών αποφάσεων εξακολουθεί να διαδραματίζει το δημογραφικό πρόβλημα, το οποίο επιβαρύνει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Στο πλαίσιο αυτό, στο προσκήνιο βρίσκεται το μοντέλο του ΟΟΣΑ που συνδέει τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής.
Σύμφωνα με αυτό, εξετάζονται σενάρια προσαρμογής όπου η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης ακολουθεί αναλογία με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, ενώ δεν αποκλείονται και ηπιότερες εκδοχές με μικρότερη αναλογική επιβάρυνση.
Παράλληλα, προβλέπεται ότι ορισμένες κατηγορίες ασφαλισμένων δεν θα επηρεαστούν από ενδεχόμενες μελλοντικές αλλαγές. Σε αυτές περιλαμβάνονται όσοι έχουν ήδη θεμελιωμένο δικαίωμα, συντάξεις αναπηρίας, εργαζόμενοι σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, ένστολοι, καθώς και περιπτώσεις που πληρούν ειδικά ηλικιακά και ασφαλιστικά κριτήρια.
Την ίδια ώρα, καταγράφεται αυξητική τάση στις αιτήσεις συνταξιοδότησης, γεγονός που εντείνει την πίεση στο σύστημα. Οι μακροπρόθεσμες προβλέψεις κάνουν λόγο για περαιτέρω επιβάρυνση λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της μείωσης του εργατικού δυναμικού.
Οι αναλογιστικές εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΟΣΑ, προβλέπουν επιδείνωση της αναλογίας εργαζομένων προς συνταξιούχους έως το 2050, καθώς και αύξηση των συνταξιοδοτικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ, γεγονός που καθιστά αναπόφευκτη τη μελλοντική επανεξέταση του συστήματος.



