Η διαιτησία του ελληνικού μπάσκετ και οι ορισμοί που γεννούν ερωτήματα
Μαγκλογιάννης και Χριστινάκης «εξαφανίστηκαν» από τους τελικούς, ο Θεονάς βρέθηκε στη βιτρίνα και η παρουσία της Τσαρούχα σε πρώτο και πέμπτο τελικό ανοίγει ξανά τη συζήτηση για τα κριτήρια των ορισμών.
Στη διαιτησία, λένε, υπάρχουν αριθμοί, αξιολόγηση, απόδοση και αντικειμενικά κριτήρια. Ωραία όλα αυτά στη θεωρία. Στην πράξη, όμως, οι ορισμοί συχνά αφήνουν πίσω τους ερωτήματα που δύσκολα απαντώνται μόνο με τη γλώσσα της στατιστικής.
Και όταν μιλάμε για τους τελικούς ενός πρωταθλήματος, όπου κάθε σφύριγμα μπορεί να αποκτήσει πολλαπλάσια βαρύτητα, η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο έντονη.
Το βασικό ερώτημα είναι απλό: με ποια ακριβώς κριτήρια επιλέγονται οι διαιτητές όταν φτάνει η ώρα της κρίσης;
Οι αριθμοί που δεν περνούν απαρατήρητοι
Ας ξεκινήσουμε από δύο ονόματα που είχαν έντονη παρουσία σε ολόκληρη την κανονική περίοδο.
Ο Στέφανος Μαγκλογιάννης μέτρησε 22 αγώνες, ενώ ο Επαμεινώνδας Χριστινάκης 21. Δύο διαιτητές που χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλη συχνότητα κατά τη διάρκεια της σεζόν, ανέλαβαν δύσκολες αποστολές και βρέθηκαν πολλές φορές στο επίκεντρο των απαιτήσεων της κανονικής περιόδου.
Και όμως, όταν έφτασε η ώρα των τελικών, αμφότεροι έμειναν εκτός.
Μηδενικός ορισμός.
Την ίδια στιγμή, ο Θεονάς, με 16 παιχνίδια στην κανονική περίοδο, βρέθηκε στη διαιτητική «βιτρίνα» των τελικών.
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ένας διαιτητής μπορεί να κάνει εξαιρετική δουλειά ανεξάρτητα από τον αριθμό των αγώνων που έχει διευθύνει. Το ζήτημα, όμως, είναι άλλο: ποια είναι η λογική που οδηγεί από τους 22 και 21 ορισμούς στην πλήρη απουσία από τους τελικούς, ενώ ένας διαιτητής με σαφώς μικρότερο αριθμό αγώνων παίρνει θέση στην τελική ευθεία;
Εκεί ακριβώς δημιουργείται το ερώτημα της αξιοκρατίας.
Άλλοι για την κανονική περίοδο, άλλοι για την «καυτή» ζώνη
Η εικόνα που δημιουργείται είναι πως η ΚΕΔ χρησιμοποιεί διαφορετική λογική στην κανονική περίοδο και διαφορετική στην τελική φάση.
Και αυτό είναι που προβληματίζει.
Γιατί αν ένας διαιτητής θεωρείται ικανός να διευθύνει 20 και πλέον παιχνίδια μέσα στη σεζόν, συμπεριλαμβανομένων δύσκολων αναμετρήσεων, γιατί ξαφνικά δεν θεωρείται κατάλληλος για έναν τελικό;
Και αν ένας άλλος δεν έχει την ίδια συχνότητα παρουσίας στην κανονική περίοδο, με ποια κριτήρια αποκτά προβάδισμα όταν οι αγώνες αποκτούν τη μεγαλύτερη δυνατή σημασία;
Δεν χρειάζεται να υπάρχει κάποια «κρυφή ατζέντα» για να δημιουργηθεί πρόβλημα εμπιστοσύνης. Αρκεί η έλλειψη πειστικής εξήγησης.
Η Μύκονος και οι συμπτώσεις που επαναλαμβάνονται
Ακόμη ένα στοιχείο που προκαλεί συζήτηση αφορά τους ορισμούς στη Μύκονο.
Η Τσάνταλη διηύθυνε 5 από τα 13 παιχνίδια της στη συγκεκριμένη έδρα, ενώ ο Ζακεστίδης 4 από τα 12.
Οι αριθμοί από μόνοι τους δεν αποδεικνύουν κάτι. Όταν όμως επαναλαμβάνονται συγκεκριμένα μοτίβα, είναι απολύτως θεμιτό να ζητούνται εξηγήσεις για τον τρόπο με τον οποίο προκύπτουν οι επιλογές.
Το ίδιο ισχύει και για τους διαιτητές που επιφορτίζονται με τις πλέον δύσκολες αποστολές. Οι Τσιμπούρης και Τηγάνης βρέθηκαν πολλές φορές στα μεγάλα παιχνίδια, ενώ ο Πουρσανίδης κλήθηκε να διευθύνει αναμετρήσεις σε έδρες με υψηλό βαθμό πίεσης.
Αυτοί είναι οι άνθρωποι που «τραβούν το κουπί» όταν το θερμόμετρο ανεβαίνει.
Και στη μέση η Τσαρούχα
Η περίπτωση της Βάσως Τσαρούχα είναι αυτή που προκαλεί ίσως τη μεγαλύτερη συζήτηση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, η παρουσία της απέναντι στον Παναθηναϊκό στην κανονική περίοδο ήταν εξαιρετικά περιορισμένη, καθώς είχε οριστεί μόλις σε ένα παιχνίδι, με την Καρδίτσα.
Και όμως, όταν έφτασε η ώρα των τελικών, η Τσαρούχα βρέθηκε σε δύο από τα πλέον κρίσιμα παιχνίδια της σειράς:
στον πρώτο και στον πέμπτο τελικό.
Ο πρώτος τελικός ανοίγει τη σειρά και ο πέμπτος, εφόσον χρειαστεί, κρίνει τον τίτλο. Πρόκειται για δύο παιχνίδια με τεράστιο ειδικό βάρος, όπου η πίεση είναι δεδομένη και κάθε απόφαση αποκτά πολλαπλάσια σημασία.
Εδώ, λοιπόν, δεν τίθεται ζήτημα για την προσωπική αξία της διαιτητή. Το ερώτημα αφορά αποκλειστικά τη λογική των ορισμών και τη χρονική κατανομή τους.
Γιατί ένας διαιτητής που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ουσιαστικά σε συγκεκριμένες αναμετρήσεις μέσα στη σεζόν επιλέγεται τελικά για δύο από τα σημαντικότερα παιχνίδια της χρονιάς;
Η αξιοπιστία κρίνεται στις λεπτομέρειες
Το ελληνικό μπάσκετ δεν έχει ανάγκη από περισσότερη καχυποψία. Έχει ανάγκη από περισσότερη διαφάνεια.
Οι διαιτητές πρέπει να αισθάνονται ότι αξιολογούνται με καθαρούς κανόνες. Οι ομάδες πρέπει να γνωρίζουν ότι οι ορισμοί προκύπτουν από συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια. Και ο φίλαθλος πρέπει να μπορεί να βλέπει έναν ορισμό και να λέει: «Αυτός προέκυψε επειδή ήταν ο καλύτερος διαθέσιμος για το συγκεκριμένο παιχνίδι».
Όχι να ψάχνει πίσω από κάθε όνομα το παρασκήνιο.
Γιατί τελικά το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι αν ένας διαιτητής είναι καλός ή κακός. Είναι όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές κατηγορίες διαιτητών: εκείνοι που χρησιμοποιούνται για να βγει η σεζόν και εκείνοι που προορίζονται για τις μεγάλες στιγμές.
Και τότε η κουβέντα για αξιοκρατία παύει να είναι θεωρητική.
Γίνεται ζήτημα αξιοπιστίας.
Και στο μπάσκετ, όπου ένα σφύριγμα μπορεί να κρίνει ένα παιχνίδι, μία σειρά ή ακόμη και έναν τίτλο, η αξιοπιστία της διαιτησίας δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση.
Διαβάστε περισσότερα ΕΔΩ:



