Φαίδων Ματθαίου: Ο «πατριάρχης» του ελληνικού μπάσκετ

Μια ζωή γεμάτη αθλητισμό, πρωταθλητισμό και καινοτομία: από τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την Εθνική Ελλάδας μέχρι τον Ολυμπιακό του αήττητου νταμπλ και τις ιστορίες που τον έκαναν ξεχωριστή μορφή του ελληνικού αθλητισμού.

Ο Φαίδων Ματθαίου δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος μπασκετμπολίστας. Ήταν μια ολόκληρη αθλητική εποχή. Μια πολυσχιδής προσωπικότητα που άφησε το αποτύπωμά της στο μπάσκετ, το πόλο, την κωπηλασία, τον στίβο, το τένις, το πινγκ πονγκ και την ξιφασκία και δικαίως πέρασε στην ιστορία ως μία από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού αθλητισμού.

Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη στις 12 Ιουλίου 1924, ο Ματθαίου μεγάλωσε σε οικογένεια με έντονες αθλητικές καταβολές. Ο πατέρας του, Μάνθος Ματθαίου, υπήρξε πρόεδρος του Άρη και σκοτώθηκε το 1940, κατά τον βομβαρδισμό της Θεσσαλονίκης από ιταλικά αεροπλάνα. Ο ίδιος ο Φαίδων από μικρός έδειξε πως ο αθλητισμός θα αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του.

Η διαδρομή του υπήρξε πραγματικά εντυπωσιακή. Αγωνίστηκε σε διαφορετικά αθλήματα, όμως το μπάσκετ ήταν εκείνο στο οποίο άφησε τη μεγαλύτερη παρακαταθήκη. Ξεκίνησε από τον Άρη Θεσσαλονίκης το 1945 και στη συνέχεια φόρεσε, μεταξύ άλλων, τη φανέλα του Παναθηναϊκού, του Πανιωνίου και του Σπόρτιγκ, ενώ αγωνίστηκε και στην Ιταλία με τη Βαρέζε και την Μπενέλι Πέζαρο.

Με τον Παναθηναϊκό κατέκτησε τρία πρωταθλήματα Ελλάδας, το 1950, το 1951 και το 1954. Παράλληλα, έγραψε τη δική του ιστορία με την Εθνική Ελλάδας, με την οποία αγωνίστηκε σε 44 παιχνίδια και σημείωσε 539 πόντους. Το 1949 συμμετείχε στο πρώτο επίσημο παιχνίδι της Εθνικής σε μεγάλη διοργάνωση, στο Ευρωμπάσκετ της Αιγύπτου, όπου η Ελλάδα κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο.

Η σχέση του με τους Ολυμπιακούς Αγώνες ήταν διπλή. Το 1948 στο Λονδίνο συμμετείχε ως κωπηλάτης, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα, στο Ελσίνκι, αγωνίστηκε με την Εθνική ομάδα μπάσκετ. Το 1960 επέστρεψε στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης, αυτή τη φορά ως προπονητής της Εθνικής Ελλάδας.

Στην Ιταλία, μάλιστα, η αγωνιστική του αξία αναγνωρίστηκε ιδιαίτερα. Το 1953 ιταλικό περιοδικό μπάσκετ τον συμπεριέλαβε στην κορυφαία πεντάδα της Ευρώπης, ενώ είχε συμμετοχές και σε μεικτές ομάδες κόσμου.

Ωστόσο, ο Ματθαίου δεν έμεινε στην ιστορία μόνο για όσα έκανε μέσα στις τέσσερις γραμμές ως παίκτης. Υπήρξε και ένας προπονητής με ξεχωριστή φιλοσοφία, πρωτοποριακές ιδέες και έντονη προσωπικότητα.

Η μεγάλη αναγέννηση του Ολυμπιακού

Το 1967 ανέλαβε τον Ολυμπιακό, σε μια περίοδο κατά την οποία οι «ερυθρόλευκοι» βρίσκονταν στη Β’ Εθνική. Από την πρώτη του κιόλας σεζόν οδήγησε την ομάδα στην επιστροφή της στην Α’ Εθνική και έθεσε τις βάσεις για τη δημιουργία ενός συνόλου που τα επόμενα χρόνια θα πρωταγωνιστούσε στο ελληνικό μπάσκετ.

Ο ίδιος θεωρούσε τη θητεία του στον Ολυμπιακό ως μία από τις σημαντικότερες δουλειές της προπονητικής του καριέρας. Καθοριστικό ρόλο, όπως είχε εξηγήσει στην αυτοβιογραφία του, έπαιξε η ελευθερία που του δόθηκε να δουλέψει χωρίς παρεμβάσεις.

Η ομάδα ανέβαινε σταδιακά επίπεδο. Το 1975 έφτασε να διεκδικεί το πρωτάθλημα, χάνοντάς το τελικά από τον Παναθηναϊκό με διαφορά ενός βαθμού. Έναν χρόνο αργότερα, όμως, ήρθε η κορυφαία στιγμή.

Τη σεζόν 1975-76 ο Ολυμπιακός κατέκτησε το πρωτάθλημα και το Κύπελλο Ελλάδας αήττητος, σε μία από τις σπουδαιότερες σεζόν στην ιστορία του συλλόγου. Στο ρόστερ βρίσκονταν παίκτες όπως οι Γιατζόγλου, Καστρινάκης, Διάκουλας και Μελίνι, με τον Ματθαίου να βρίσκεται στην άκρη του πάγκου.

Η προπονητική του προσέγγιση ήταν ξεχωριστή. Δεν έχανε προπόνηση, ενώ ήταν από τους ανθρώπους που αντιλαμβάνονταν νωρίς τη σημασία της συνεργασίας και της κίνησης στο σύγχρονο μπάσκετ. Το pick 'n' roll, για παράδειγμα, το είχε εντάξει στην προπονητική του φιλοσοφία από πολύ νωρίς, δίνοντάς του μάλιστα τη δική του… ελληνική ονομασία: «pick και roll».

Ο προπονητής που δεν έμοιαζε με κανέναν

Ο Ματθαίου είχε έναν μοναδικό τρόπο να επικοινωνεί με τους παίκτες του. Οι ατάκες του έχουν μείνει στην ιστορία, όπως και ο τρόπος με τον οποίο προσπαθούσε να μετατρέψει κάθε προπόνηση και κάθε αγώνα σε μάθημα για την έννοια της ομάδας.

Μετά από μια ήττα του Ολυμπιακού από την ΑΕΚ, είχε παρομοιάσει την εμφάνιση των παικτών του με θεατρική παράσταση, καυτηριάζοντας με χιούμορ το γεγονός ότι ο καθένας αγωνίστηκε για τον εαυτό του αντί για το σύνολο.

Η ίδια φιλοσοφία αποτυπωνόταν και στον τρόπο που αντιλαμβανόταν την πεντάδα. «Η πεντάδα στο μπάσκετ είναι σαν τα πέντε δάχτυλα ενός χεριού», συνήθιζε να λέει, υπογραμμίζοντας πως κάθε παίκτης έχει τον δικό του ρόλο και η απουσία ενός μπορεί να επηρεάσει ολόκληρη την ομάδα.

Δεν ήταν τυχαίο ότι οι παίκτες τού είχαν αποδώσει το προσωνύμιο «Γόρο», από τη λέξη «γορίλλας». Η σωματοδομή του, αλλά κυρίως η ένταση με την οποία υπερασπιζόταν την ομάδα και τους αθλητές του, ταίριαζαν απόλυτα με το παρατσούκλι.

Η ιστορία με τα ξυρισμένα κεφάλια

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές ιστορίες της προπονητικής του διαδρομής γράφτηκε στον ΠΑΟΚ, στον τελικό Κυπέλλου του 1984 απέναντι στον Άρη.

Ο Ματθαίου πήγε τους παίκτες του να παρακολουθήσουν την ταινία «Αποστολή στη Νικαράγουα» και τους μίλησε για τη συνήθεια Αμερικανών αθλητών να κουρεύονται πολύ κοντά πριν από σημαντικούς αγώνες, ως ένδειξη ενότητας.

Η ιδέα υιοθετήθηκε από τους παίκτες του ΠΑΟΚ, οι οποίοι εμφανίστηκαν με ξυρισμένα κεφάλια στον τελικό. Η ομάδα της Θεσσαλονίκης επικράτησε του Άρη με 74-70 και κατέκτησε το τρόπαιο, σε έναν τελικό που έμεινε στην ιστορία ως ο «τελικός των ξυρισμένων κεφαλιών».

Μπροστά από την εποχή του

Ο Ματθαίου είχε τη φήμη ανθρώπου που αναζητούσε συνεχώς νέες ιδέες. Ως παίκτης ήταν από τους πρώτους Ευρωπαίους που χρησιμοποίησαν το hook shot, το οποίο εκείνη την εποχή ήταν γνωστό ως «ραβερσέ σουτ».

Ως προπονητής, πέρασε από τον πάγκο της Εθνικής ανδρών και γυναικών, του Ολυμπιακού, του ΠΑΟΚ, του Πανιωνίου, του Περιστερίου και του Άρη, μεταξύ άλλων. Με τον Άρη είχε σημαντική παρουσία και στο γυναικείο μπάσκετ, συμβάλλοντας στη δημιουργία της ομάδας.

Η Εθνική Ενόπλων αποτέλεσε επίσης ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της προπονητικής του πορείας. Ήταν ένας άνθρωπος που αναζητούσε διαρκώς γνώση και νέες μπασκετικές ιδέες, έχοντας μάλιστα στενή σχέση με τον Αμερικανό προπονητή Μπόμπι Νάιτ.

Από το μπάσκετ… στην όπερα

Πέρα από τον αθλητισμό, ο Ματθαίου είχε και μια μεγάλη αγάπη που ελάχιστοι γνώριζαν τόσο έντονα: την όπερα.

Ήταν φανατικός φίλος της και συχνά τραγουδούσε άριες στις προπονήσεις, στα ταξίδια και πριν ή μετά τους αγώνες. Στη Βαρέζε, μάλιστα, το ιταλικό κοινό τον απολάμβανε να τραγουδά άριες όπως το «La donna è mobile» από τον Rigoletto.

Ήταν ένας άνθρωπος που δεν χωρούσε εύκολα σε μία μόνο ιδιότητα. Αθλητής, προπονητής, παιδαγωγός, λάτρης της τέχνης και άνθρωπος με έντονη προσωπικότητα, ο Ματθαίου αντιμετώπιζε τον αθλητισμό ως έναν χώρο όπου η γνώση, η πειθαρχία, η δημιουργικότητα και η ανθρώπινη σχέση μπορούσαν να συνυπάρχουν.

Και ίσως αυτός είναι ο λόγος που το όνομά του παρέμεινε ζωντανό πολύ πέρα από τις επιτυχίες και τους τίτλους. Γιατί ο Φαίδων Ματθαίου δεν άφησε μόνο τρόπαια πίσω του. Άφησε μια ολόκληρη σχολή σκέψης για το μπάσκετ και την έννοια της ομάδας.

Από το Blogger.