Ποιος φοβίζει τελικά τους διαιτητές; Η «τοξικότητα» του Λιόλιου και η άλλη όψη της ΕΟΚ

Ο πρόεδρος της ομοσπονδίας μιλά για προστασία των ρέφερι και δείχνει τις ΚΑΕ, όμως το πραγματικό ερώτημα βρίσκεται αλλού: ποιος ελέγχει τους ορισμούς, ποιος αξιολογεί και τι συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες των συσκέψεων;

Βγήκε ξανά στο προσκήνιο ο πρόεδρος της ΕΟΚ για να μας μιλήσει περί ηθικής, νομιμότητας και «τοξικότητας». Μίλησε για παράγοντες που, όπως υποστήριξε, αναζητούν άλλοθι στους διαιτητές για να καλύψουν τις δικές τους αποτυχίες, αλλά και για την ανάγκη να μην εκφοβίζονται οι ρέφερι.

Ωραία όλα αυτά. Μόνο που υπάρχει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο: ποιος πραγματικά φοβίζει τους διαιτητές;

Γιατί το αφήγημα περί «προστασίας των διαιτητών» δεν είναι καινούργιο. Επανέρχεται κάθε φορά που η συζήτηση φτάνει στη διαιτησία και στις ευθύνες της ομοσπονδίας. Ο Βαγγέλης Λιόλιος μίλησε για το επαγγελματικό μοντέλο της ελληνικής διαιτησίας, για το τι συμβαίνει διεθνώς και για το νομικό πλαίσιο που καθορίζει ποιος έχει την ευθύνη.

Όμως το θέμα δεν είναι μόνο ποιος έχει θεσμικά το κουμάντο.

Το θέμα είναι πώς ασκείται αυτό το κουμάντο.

Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.

Γιατί η πραγματική συζήτηση δεν γίνεται μόνο μπροστά στις κάμερες. Γίνεται και πίσω από κλειστές πόρτες, στις αναλύσεις των φάσεων και στις συσκέψεις εκεί όπου αξιολογούνται οι διαιτητές. Εκεί, σύμφωνα με τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί, δημιουργούνται ερωτήματα για το κατά πόσο ένας ρέφερι μπορεί να αισθάνεται πραγματικά ανεξάρτητος όταν γνωρίζει ότι η επόμενη αξιολόγηση και ο επόμενος ορισμός του περνούν μέσα από συγκεκριμένους μηχανισμούς.

Αυτό είναι το πραγματικό ζητούμενο: ανεξαρτησία ή φόβος;

Αν ένας διαιτητής αισθάνεται ότι μια απόφαση που δεν αρέσει σε συγκεκριμένους ανθρώπους μπορεί να επηρεάσει την πορεία του, τότε το πρόβλημα δεν λύνεται με δηλώσεις κατά της «τοξικότητας». Λύνεται με διαφάνεια, καθαρούς κανόνες, αντικειμενικές αξιολογήσεις και διαδικασίες που δεν αφήνουν χώρο για σκιές.

Και βέβαια, η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται μονίμως στους άλλους.

Δεν γίνεται κάθε κριτική μιας ομάδας να χαρακτηρίζεται «τοξική», ενώ την ίδια στιγμή να μην υπάρχει η ίδια ένταση στη συζήτηση για το τι συμβαίνει μέσα στο ίδιο το σύστημα της διαιτησίας. Οι ΚΑΕ έχουν δικαίωμα να κρίνουν. Οι παράγοντες έχουν δικαίωμα να διαφωνούν. Οι δημοσιογράφοι έχουν δικαίωμα να ερευνούν. Και οι διαιτητές έχουν δικαίωμα να αισθάνονται ότι αξιολογούνται αποκλειστικά με βάση την απόδοσή τους.

Αν λοιπόν υπάρχει εκφοβισμός, πρέπει να αποκαλυφθεί από όπου κι αν προέρχεται.

Και αν δεν υπάρχει, τότε ακόμη καλύτερα: ας ανοίξουν όλες οι διαδικασίες στο φως. Ας γίνουν γνωστοί οι κανόνες των αξιολογήσεων, τα κριτήρια των ορισμών και οι διαδικασίες που ακολουθούνται όταν ένας διαιτητής διαφωνεί ή όταν μια απόφασή του προκαλεί αντιδράσεις.

Γιατί η αξιοπιστία δεν χτίζεται με απαγορεύσεις και χαρακτηρισμούς. Χτίζεται όταν όλοι γνωρίζουν ποιος αποφασίζει, με ποια κριτήρια και ποιος λογοδοτεί.

Τα μεγάλα λόγια περί νόμων και κανονισμών δεν αρκούν. Ούτε αρκεί ένα δεκάλεπτο περί «τοξικότητας» κάθε φορά που η συζήτηση για τη διαιτησία γίνεται uncomfortable.

Το ελληνικό μπάσκετ χρειάζεται λιγότερο φόβο και περισσότερη διαφάνεια.

Και στο τέλος, το ερώτημα παραμένει απλό και αμείλικτο:

Οι διαιτητές φοβούνται πραγματικά την κριτική των ομάδων ή φοβούνται περισσότερο το τι μπορεί να ακολουθήσει όταν μια σφυρίχτρα δεν αρέσει σε εκείνους που έχουν την εξουσία να αξιολογούν την πορεία τους;

Αυτό δεν απαντιέται με συνθήματα. Απαντιέται μόνο με στοιχεία και διαφάνεια.

Διαβάστε περισσότερα ΕΔΩ: 

Από το Blogger.