Ο Μπουρούσης χτίζει γήπεδο και κάποιοι τον πετροβολούν! Το σύστημα θέλει χρηματοδότες, όχι ανθρώπους με φωνή

Από την επένδυση στην Καρδίτσα μέχρι τις wild cards, τις καταγγελίες για τη διαιτησία και την ασφυκτική συγκέντρωση εξουσίας στην ΕΟΚ, το ερώτημα είναι αμείλικτο: θέλει το ελληνικό μπάσκετ παράγοντες με όραμα ή απλώς ανθρώπους που πληρώνουν και δεν μιλούν;

Τι σημαίνει σήμερα να είσαι παράγοντας με όραμα στο ελληνικό μπάσκετ; Να βάλεις το χέρι στην τσέπη, να κατασκευάσεις ένα γήπεδο, να δημιουργήσεις ακαδημίες, να επενδύσεις στα παιδιά και να προσπαθήσεις να αφήσεις κάτι πίσω σου. Να δουλέψεις για την επόμενη γενιά, με την ελπίδα ότι κάποτε το άθλημα θα σου επιστρέψει αυτό που δικαιούσαι: σεβασμό.

Ο Γιάννης Μπουρούσης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας διαδρομής. Κι όμως, η προσπάθειά του να δημιουργήσει αθλητικές υποδομές στην Καρδίτσα βρέθηκε στο επίκεντρο αντιδράσεων και επικρίσεων. Γιατί; Επειδή κάποιος αποφάσισε να επενδύσει εκεί όπου άλλοι βλέπουν μόνο δυσκολίες; Επειδή η πρωτοβουλία του χαλάει τις ισορροπίες; Ή μήπως επειδή στο ελληνικό μπάσκετ ορισμένοι εξακολουθούν να συμπεριφέρονται σαν να έχουν αποκλειστικά δικαιώματα πάνω στο άθλημα;

Το ερώτημα δεν είναι αν κάθε πρωτοβουλία πρέπει να μένει έξω από την κριτική. Κάθε έργο οφείλει να αξιολογείται με διαφάνεια και ίσους κανόνες. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η διάθεση για προσφορά αντιμετωπίζεται εξαρχής με καχυποψία και ο άνθρωπος που επενδύει καλείται πρώτα να αποδείξει ότι δεν αποτελεί απειλή για τις υφιστάμενες ισορροπίες.

Όραμα ή υπακοή; Το δίλημμα που πληγώνει το μπάσκετ

Στο σημερινό περιβάλλον, η μεγάλη πρόκληση για έναν παράγοντα δεν είναι μόνο να βρει χρήματα. Είναι να μπορέσει να λειτουργήσει χωρίς να αισθάνεται ότι πρέπει να εξασφαλίσει την εύνοια κάποιου διοικητικού κέντρου.

Να πληρώσει τα παράβολα, να οργανώσει την ομάδα του, να στηρίξει τις ακαδημίες του και να δεχτεί ότι η αγωνιστική του πορεία θα κριθεί στο γήπεδο. Όχι να αναρωτιέται αν η τύχη του εξαρτάται από τις διασυνδέσεις του, τις σχέσεις του με την ομοσπονδία ή τη δυνατότητά του να εξασφαλίσει μια πρόσκληση συμμετοχής σε κατηγορία μέσω wild card.

Οι wild cards, ως θεσμός, δεν αποτελούν αυτομάτως πρόβλημα. Όταν, όμως, οι όροι χορήγησής τους δεν είναι απολύτως σαφείς, αντικειμενικοί και ισότιμοι για όλους, δημιουργείται εύλογα η αίσθηση ότι δεν έχουν όλοι τις ίδιες ευκαιρίες.

Και τότε αρχίζει η πραγματική ζημιά. Ο παράγοντας που θέλει να επενδύσει δεν γνωρίζει αν αρκεί να κάνει σωστά τη δουλειά του ή αν πρέπει να αφιερώσει εξίσου χρόνο στις δημόσιες σχέσεις και στις διοικητικές ισορροπίες.

Αν ζητήσει εξηγήσεις, χαρακτηρίζεται δύσκολος. Αν ασκήσει κριτική, κινδυνεύει να βρεθεί σε σύγκρουση με τον μηχανισμό. Αν απαιτήσει διαφάνεια και ισονομία στη διαιτησία, ανοίγει ένα μέτωπο που ίσως δεν είχε υπολογίσει όταν αποφάσιζε να ασχοληθεί με το άθλημα.

Το ελληνικό μπάσκετ δεν έχει ανάγκη από παράγοντες που ξέρουν πότε να σιωπούν. Έχει ανάγκη από ανθρώπους που μπορούν να μιλούν χωρίς να φοβούνται ότι η διαφωνία τους θα μετατραπεί σε μειονέκτημα.

Η ΕΟΚ και η κατηγορία της υπερσυγκέντρωσης εξουσίας

Η διοίκηση του Βαγγέλη Λιόλιου βρίσκεται στο επίκεντρο της κριτικής για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τις σχέσεις της με τα σωματεία και τις ενώσεις. Οι επικριτές της κάνουν λόγο για υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων, περιορισμό της αυτοτέλειας των τοπικών φορέων και ένα περιβάλλον στο οποίο η διαφωνία δεν αντιμετωπίζεται πάντοτε ως αυτονόητο στοιχείο δημοκρατικής λειτουργίας.

Αυτές είναι σοβαρές αιτιάσεις και απαιτούν συγκεκριμένες απαντήσεις. Γιατί μια ομοσπονδία δεν κρίνεται μόνο από τις διοργανώσεις που πραγματοποιεί ή από τις επιτυχίες των εθνικών ομάδων. Κρίνεται και από το αν τα σωματεία αισθάνονται ότι έχουν ουσιαστική φωνή, αν οι ενώσεις μπορούν να λειτουργούν με αυτοτέλεια και αν οι αποφάσεις λαμβάνονται με σταθερά, διαφανή κριτήρια.

Το ερασιτεχνικό μπάσκετ δεν είναι ιδιοκτησία κανενός προέδρου. Δεν είναι προσωπικό μαγαζί, ούτε μηχανισμός που οφείλει να επιβραβεύει την υπακοή. Είναι χιλιάδες αθλητές, προπονητές, γονείς, εθελοντές και άνθρωποι που διαθέτουν χρόνο και χρήματα για να κρατήσουν ζωντανά τα σωματεία τους.

Αν αυτοί οι άνθρωποι αισθάνονται ότι η γνώμη τους δεν μετρά, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά θεσμικό.

Ποιος επιχειρηματίας θα επενδύσει σε ένα αβέβαιο περιβάλλον;

Ας μιλήσουμε με όρους πραγματικής οικονομίας. Ποιος σοβαρός επιχειρηματίας θα διαθέσει το υστέρημά του για να δημιουργήσει μια ομάδα, να κατασκευάσει εγκαταστάσεις, να πληρώσει προπονητές και να στηρίξει νεαρούς αθλητές, αν πιστεύει ότι η πορεία της επένδυσής του δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη δουλειά που κάνει;

Ποιος θα αναλάβει το κόστος μιας ακαδημίας, όταν η οικονομική του προσπάθεια δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη θεσμική ασφάλεια και προβλέψιμους κανόνες;

Και ποιος θα επιλέξει να μείνει σε ένα άθλημα όταν θεωρεί ότι πρέπει διαρκώς να ισορροπεί ανάμεσα στις απαιτήσεις της ομάδας του και στις διαθέσεις των διοικητικών μηχανισμών;

Δεν είναι όλοι οι παράγοντες ίδιοι. Δεν έχουν όλοι τα ίδια κίνητρα και δεν δικαιώνονται όλες οι επιλογές τους. Όμως, όταν οι άνθρωποι που επενδύουν πραγματικά αποθαρρύνονται, το κόστος δεν το πληρώνει μόνο ο εκάστοτε σύλλογος. Το πληρώνουν οι αθλητές που χάνουν ευκαιρίες, οι γονείς που αναζητούν καλύτερες συνθήκες και οι τοπικές κοινωνίες που στερούνται αθλητικές διεξόδους.

Η επένδυση στον αθλητισμό χρειάζεται χρήματα, αλλά χρειάζεται και εμπιστοσύνη. Χωρίς αυτήν, ακόμη και το μεγαλύτερο όραμα κινδυνεύει να μετατραπεί σε οικονομική περιπέτεια.

Η πραγματική αξία μιας wild card και η παγίδα των δημοσίων σχέσεων

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: το όραμα ενός παράγοντα δεν μετριέται από το αν εξασφάλισε θέση σε μια κατηγορία. Μετριέται από το αν δημιούργησε υποδομές, αν ανέπτυξε αθλητές, αν πλήρωσε τις υποχρεώσεις του και αν άφησε πίσω του έναν οργανισμό ισχυρότερο από αυτόν που παρέλαβε.

Μια wild card μπορεί να εξυπηρετεί αγωνιστικές ή οργανωτικές ανάγκες, εφόσον χορηγείται βάσει ξεκάθαρων και δημοσιοποιημένων κριτηρίων. Δεν μπορεί, όμως, να μετατρέπεται σε υποκατάστατο της αξιοκρατίας ή σε λόγο για να αισθάνεται ένα σωματείο ότι πρέπει να αναζητήσει πολιτικές και προσωπικές προσβάσεις.

Το ίδιο ισχύει για τη διαιτησία. Κάθε ομάδα έχει δικαίωμα να απαιτεί συνέπεια, αξιοπιστία και ισονομία. Οι ορισμοί και οι αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων πρέπει να μπορούν να εξηγηθούν και να ελεγχθούν με θεσμικό τρόπο. Οι καταγγελίες δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη μεροληψίας, αλλά ούτε η διοίκηση μπορεί να αντιμετωπίζει κάθε αμφισβήτηση ως εχθρική ενέργεια.

Το ζητούμενο δεν είναι να εξασφαλίζει κάποιος εύνοια. Είναι να μη χρειάζεται να την αναζητήσει.

Οι άνθρωποι του παρελθόντος και η νοσταλγία που δεν αρκεί

Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε τις παλαιότερες εποχές για να αναγνωρίσουμε ότι το ελληνικό μπάσκετ στηρίχθηκε για δεκαετίες σε ανθρώπους που προσέφεραν με προσωπικό κόστος, μεράκι και αγάπη για τις ομάδες τους.

Υπήρχαν προβλήματα, αντιπαραθέσεις και λάθη. Δεν ήταν όλα καλύτερα τότε. Υπήρχε, όμως, σε πολλές περιπτώσεις, μια ισχυρή τοπική ταυτότητα, μια σύνδεση του σωματείου με την κοινωνία και μια διάθεση προσφοράς που δεν περιοριζόταν στην αγωνιστική κατηγορία ή στην προβολή του παράγοντα.

Αυτό το κεφάλαιο δεν αναβιώνει με νοσταλγικές αναφορές ούτε με επικοινωνιακές εκκλήσεις για επιστροφή των παλιών παραγόντων. Επιστρέφει μόνο όταν δημιουργούνται συνθήκες που κάνουν τη συμμετοχή ελκυστική και τη διοίκηση προβλέψιμη.

Αν οι σύλλογοι αντιμετωπίζονται ως απλοί εκτελεστές αποφάσεων, αν οι ενώσεις δεν έχουν ουσιαστικό ρόλο και αν οι άνθρωποι που επενδύουν νιώθουν ότι πρέπει να αποφεύγουν τη δημόσια κριτική, τότε το πρόβλημα δεν λύνεται με ευχές.

Λύνεται με θεσμικές εγγυήσεις, διαφανείς διαδικασίες και πραγματικό σεβασμό στην αυτοτέλεια των σωματείων.

Ο Μπουρούσης δεν είναι το πρόβλημα. Είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί

Η προσπάθεια του Γιάννη Μπουρούση στην Καρδίτσα επαναφέρει μια βασική συζήτηση: τι είδους ανθρώπους θέλει τελικά το ελληνικό μπάσκετ;

Θέλει ανθρώπους που επενδύουν σε εγκαταστάσεις και ακαδημίες; Θέλει επιχειρηματίες που αναλαμβάνουν το κόστος της ανάπτυξης; Θέλει παράγοντες που δεν περιορίζονται στην επιβίωση της ομάδας τους, αλλά ονειρεύονται να δημιουργήσουν κάτι που θα μείνει στην τοπική κοινωνία;

Αν η απάντηση είναι ναι, τότε οφείλει να διαμορφώσει ένα περιβάλλον στο οποίο οι πρωτοβουλίες θα κρίνονται με αντικειμενικά κριτήρια και όχι μέσα από την καχυποψία που γεννούν οι διοικητικές αντιπαραθέσεις.

Κανείς δεν ζητά ασυλία για τους ισχυρούς. Κανείς δεν δικαιούται να παρακάμπτει τους κανόνες επειδή διαθέτει χρήματα ή δημόσια αναγνωρισιμότητα. Όλοι, όμως, δικαιούνται να γνωρίζουν ότι οι κανόνες είναι ίδιοι για όλους και ότι η προσφορά τους δεν θα μετατρέπεται σε μειονέκτημα επειδή δεν συνοδεύεται από σιωπή.

Το ελληνικό μπάσκετ δεν χρειάζεται διακοσμητικούς χρηματοδότες. Χρειάζεται ελεύθερους και δημιουργικούς παράγοντες, ισχυρά σωματεία, ανεξάρτητες ενώσεις και μια ομοσπονδία που να υπηρετεί το άθλημα αντί να απαιτεί από το άθλημα να υπηρετεί την ίδια.

Γιατί το γήπεδο που χτίζεται στην Καρδίτσα μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από μια πρόσκαιρη αγωνιστική επιτυχία. Μπορεί να αποτελέσει παρακαταθήκη για τα παιδιά μιας ολόκληρης περιοχής.

Και αν το ελληνικό μπάσκετ δεν μπορεί να αγκαλιάσει τέτοιες προσπάθειες, χωρίς να ζητά πρώτα πιστοποιητικά διοικητικής υπακοής, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στους ανθρώπους που απομακρύνονται.

Βρίσκεται σε ένα περιβάλλον που κινδυνεύει να διώχνει ακριβώς εκείνους που έχει περισσότερο ανάγκη.

Από το Blogger.