«Ξεθυμαίνει» η αγορά μπύρας: Πτώση κατανάλωσης και αλλαγή συνηθειών πιέζουν τον κλάδο
Ακρίβεια και στροφή στη λιανική «κόβουν» τις εξόδους – Ανησυχητικά τα πρώτα σημάδια και για το 2026
Σε φάση κάμψης εισέρχεται η αγορά μπύρας στην Ελλάδα, καθώς το 2025 καταγράφηκε μείωση κατανάλωσης κατά 5%-6%, ανατρέποντας την ανοδική πορεία που είχε διαμορφωθεί έως το 2024, όταν ο κλάδος είχε επιστρέψει σε επίπεδα προ κρίσης 2008.
Παρά το γεγονός ότι η παραγωγή το 2024 ανήλθε σε 4,31 εκατ. εκατόλιτρα και ο κύκλος εργασιών έφτασε τα 626 εκατ. ευρώ –ενισχυμένος κυρίως από τον πληθωρισμό– η εικόνα αντιστράφηκε, με βασικό αίτιο τη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι και το 2026 ξεκίνησε με αρνητικό πρόσημο, καθώς το πρώτο δίμηνο καταγράφηκε περαιτέρω πτώση 1%, πριν ακόμη αποτυπωθούν πλήρως οι επιπτώσεις από τις διεθνείς εξελίξεις και γεωπολιτικές εντάσεις.
Καθοριστικός παράγοντας της πτώσης είναι η αλλαγή καταναλωτικής συμπεριφοράς. Έλληνες και ξένοι επισκέπτες περιορίζουν την κατανάλωση μπύρας σε χώρους εστίασης –ξενοδοχεία, εστιατόρια και μπαρ– επιλέγοντας όλο και περισσότερο αγορές από σούπερ μάρκετ. Η έξοδος «για μια μπύρα» γίνεται πλέον λιγότερο συχνή, καθώς το αυξημένο κόστος λειτουργεί αποτρεπτικά.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η πτώση σημειώθηκε σε μια χρονιά-ρεκόρ για τον τουρισμό, με τις αφίξεις να αγγίζουν τα 38 εκατομμύρια. Ωστόσο, ούτε η ισχυρή τουριστική κίνηση στάθηκε ικανή να αντισταθμίσει τη μείωση της κατανάλωσης, γεγονός που υπογραμμίζει τη συνολική πίεση στη ζήτηση.
Η αγορά χαρακτηρίζεται από έντονη εποχικότητα, καθώς περίπου το 70% της κατανάλωσης πραγματοποιείται κατά τη θερινή περίοδο. Παρ’ όλα αυτά, η χαμηλή κατά κεφαλήν κατανάλωση –στα 41 λίτρα ετησίως– διατηρεί την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα, καταγράφεται σαφής μετατόπιση προς τη λιανική αγορά, ενώ ενισχύεται ο ανταγωνισμός, με τις εισαγωγές να φτάνουν τα 39 εκατ. ευρώ και τις εξαγωγές τα 35 εκατ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, η δομή της αγοράς αλλάζει, με τη μείωση της συγκέντρωσης και την ενίσχυση μικρότερων παικτών, όπως οι μικροζυθοποιίες, αλλά και των προϊόντων χωρίς αλκοόλ.
Σημαντική πίεση ασκείται και στα περιθώρια κέρδους, τα οποία διαμορφώθηκαν στο 10,5% το 2024, χαμηλότερα από τα ιστορικά επίπεδα. Το αυξημένο κόστος παραγωγής, ο έντονος ανταγωνισμός και η ισχυρή θέση του λιανεμπορίου συμπιέζουν την κερδοφορία.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η υψηλή φορολογία. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στη μπύρα παραμένει από τους υψηλότερους στην Ευρώπη, ενώ συνολικά η φορολογική επιβάρυνση προσεγγίζει το 42% της τελικής τιμής, επηρεάζοντας άμεσα τόσο τις τιμές όσο και τη ζήτηση.
Παρά τις προκλήσεις, ο κλάδος διατηρεί σημαντικό αποτύπωμα στην ελληνική οικονομία, συμβάλλοντας με πάνω από 2 δισ. ευρώ στην προστιθέμενη αξία και υποστηρίζοντας περίπου 73.000 θέσεις εργασίας.
Ωστόσο, το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο, καθώς η πορεία της κατανάλωσης, οι εξελίξεις στον τουρισμό και η προσαρμογή των επιχειρήσεων στα νέα δεδομένα θα καθορίσουν την ανθεκτικότητα και τις προοπτικές της αγοράς μπύρας στην Ελλάδα.



