ΕΟΚ: Η ψηφιοποίηση, η συγκέντρωση εξουσίας και το ερώτημα του 2028
Οι αρμοδιότητες που μεταφέρονται στο κέντρο, οι ενώσεις που αποδυναμώνονται και ο κίνδυνος να χαθούν τα θεσμικά αντίβαρα του ελληνικού μπάσκετ.
Στο ελληνικό μπάσκετ συντελείται μία αλλαγή που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας απλής τεχνολογικής αναβάθμισης. Η ψηφιοποίηση των διαδικασιών παρουσιάζεται ως αναγκαίο βήμα εκσυγχρονισμού, όμως πίσω από τις νέες πλατφόρμες, τα ηλεκτρονικά φύλλα αγώνα και την κεντρική διαχείριση δεδομένων διαμορφώνεται ένα διαφορετικό μοντέλο διοίκησης.
Ένα μοντέλο στο οποίο η εξουσία φαίνεται να μετακινείται ολοένα και περισσότερο προς το κέντρο, περιορίζοντας σταδιακά τον ρόλο των παραδοσιακών θεσμικών αντιβάρων του ελληνικού μπάσκετ.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό ζήτημα.
Η ψηφιοποίηση ως εργαλείο συγκέντρωσης
Η ηλεκτρονική διαχείριση των αγώνων, η ενιαία πλατφόρμα εξυπηρέτησης, η κεντρική βάση δεδομένων και η ενοποίηση των ιστοσελίδων των ενώσεων παρουσιάζονται ως στοιχεία που μπορούν να κάνουν το μπάσκετ πιο σύγχρονο και λειτουργικό.
Και ασφαλώς η τεχνολογία από μόνη της δεν αποτελεί πρόβλημα.
Το ερώτημα είναι ποιος ελέγχει την τεχνολογία και ποιος αποφασίζει για τη λειτουργία της.
Όταν αγώνες, μητρώα, κυρώσεις, αιτήματα και διοικητικές διαδικασίες συγκεντρώνονται σε μία κεντρική πλατφόρμα, η τοπική διοίκηση παύει σταδιακά να αποτελεί το πρώτο και ουσιαστικό σημείο αναφοράς για τα σωματεία.
Η επικοινωνία αλλάζει. Τα παλιά κανάλια περιορίζονται. Και κάθε αίτημα της βάσης περνά πλέον μέσα από έναν κεντρικό μηχανισμό.
Αυτό δεν είναι απλώς ψηφιακή αναβάθμιση. Είναι αλλαγή διοικητικής φιλοσοφίας.
Τι απομένει στις ενώσεις;
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν εξετάζει κανείς τον ρόλο ενώσεων όπως η ΕΣΚΑ και η ΕΣΚΑΝΑ.
Εάν σημαντικές αρμοδιότητες, όπως ο προγραμματισμός αγώνων και η διεκπεραίωση αιτημάτων, μεταφέρονται στην κεντρική πλατφόρμα, τότε εύλογα προκύπτει ένα ερώτημα:
Ποιο είναι πλέον το πραγματικό πεδίο δράσης των τοπικών διοικήσεων;
Οι ενώσεις εξακολουθούν να έχουν εκλεγμένα διοικητικά όργανα και ανθρώπους που προέρχονται από τη βάση. Όμως η πολιτική ισχύς δεν εξαρτάται μόνο από το αν κάποιος κατέχει μία θεσμική θέση. Εξαρτάται κυρίως από το αν έχει αρμοδιότητες, πόρους και πραγματική δυνατότητα να λαμβάνει αποφάσεις.
Όσο αυτά περιορίζονται, τόσο περιορίζεται και η αυτονομία.
Και κάπου εκεί εμφανίζεται ο κίνδυνος οι ενώσεις να μετατραπούν από ουσιαστικοί ενδιάμεσοι θεσμοί σε απλούς διαχειριστικούς βραχίονες της κεντρικής διοίκησης.
Το ίδιο μοντέλο και στη διαιτησία
Ανάλογη εικόνα διαμορφώνεται και στον χώρο της διαιτησίας.
Η ενίσχυση του κεντρικού ρόλου της Κεντρικής Επιτροπής Διαιτησίας και η ανάληψη περισσότερων αρμοδιοτήτων σε πειθαρχικά και διοικητικά ζητήματα δημιουργούν ένα σύστημα στο οποίο η απόσταση ανάμεσα στη βάση και την κορυφή μικραίνει διοικητικά, αλλά μεγαλώνει θεσμικά.
Όσο λιγότερα ενδιάμεσα επίπεδα υπάρχουν, τόσο λιγότερα είναι και τα πιθανά αντίβαρα.
Και αυτό δεν αφορά μόνο όσους ασχολούνται με τη διαιτησία. Αφορά συνολικά τη λειτουργία ενός αθλητικού οργανισμού που έχει ανάγκη από ισορροπίες, διαφορετικές απόψεις και θεσμικούς μηχανισμούς ελέγχου.
Οι παραιτήσεις και η επόμενη ημέρα
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κάθε αποχώρηση ανθρώπων από τις τοπικές ενώσεις αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Όταν ένας εκλεγμένος παράγοντας αισθάνεται ότι οι πραγματικές δυνατότητες παρέμβασής του έχουν περιοριστεί σημαντικά, η παραίτηση μπορεί να αποτελεί προσωπική επιλογή. Όμως σε επίπεδο συστήματος, κάθε τέτοια αποχώρηση αφήνει έναν χώρο.
Και ο χώρος αυτός κάποιος θα τον καλύψει.
Εάν οι άνθρωποι που αποχωρούν αντικαθίστανται σταδιακά από πρόσωπα που έχουν μεγαλύτερη διοικητική εγγύτητα προς την κεντρική διοίκηση, τότε η διαδικασία δεν είναι απλώς ανανέωση προσώπων.
Μπορεί να εξελιχθεί σε σταδιακή ενοποίηση ολόκληρου του μηχανισμού.
Το 2028 είναι η πραγματική δοκιμασία
Και κάπου εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο ερώτημα.
Οι εκλογές του 2028 δεν είναι σήμερα. Υπάρχει χρόνος μέχρι τότε και πολλά μπορούν να αλλάξουν. Όμως οι συσχετισμοί δεν διαμορφώνονται την τελευταία ημέρα πριν από την κάλπη.
Διαμορφώνονται πολύ νωρίτερα.
Αν μέχρι τότε οι ενώσεις έχουν χάσει σημαντικό μέρος των αρμοδιοτήτων τους, αν οι τοπικοί παράγοντες έχουν περιορισμένο πεδίο δράσης και αν οι ανεξάρτητες φωνές έχουν σταδιακά αποδυναμωθεί, τότε η εκλογική διαδικασία θα διεξαχθεί σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος θα κερδίσει τις εκλογές του 2028.
Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την εξουσία όταν φτάσει η ώρα της κάλπης.
Γιατί μία δημοκρατική διοικητική δομή δεν κρίνεται μόνο από το αν υπάρχουν εκλογές. Κρίνεται και από το αν, μέχρι να φτάσουν οι εκλογές, υπάρχουν ακόμη αρκετές ανεξάρτητες φωνές ώστε η αμφισβήτηση να μπορεί πραγματικά να υπάρξει.
Διαβάστε περισσότερα ΕΔΩ:



