Η «Ελένη» και ο «Τελευταίος των Κομιτατζήδων»: όταν η Ιστορία γίνεται δύσκολη υπόθεση για την τηλεόραση

Δύο κινηματογραφικές ιστορίες που φωτίζουν διαφορετικές πλευρές μιας ταραγμένης εποχής, φέρνοντας στο προσκήνιο ανθρώπους, γεγονότα και πληγές που σημάδεψαν τη νεότερη ελληνική ιστορία.

 Η «Ελένη Γκαζογιάννη» και ο «Τελευταίος Κομιτατζής» επιστρέφουν σε μια εποχή συγκρούσεων και βαθιών κοινωνικών διαιρέσεων, αναζητώντας μέσα από τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων τους τη μνήμη μιας Ελλάδας που ακόμη κουβαλά τις πληγές της.

 Υπάρχουν περίοδοι της Ιστορίας που δεν χωρούν εύκολα σε λίγες γραμμές. Περίοδοι γεμάτες συγκρούσεις, φόβο, απώλειες, ιδεολογικές αντιπαραθέσεις και προσωπικά δράματα, τα οποία ξεπερνούν τα όρια μιας πολιτικής ή στρατιωτικής αναμέτρησης και αγγίζουν βαθιά την ανθρώπινη ύπαρξη.

Σε αυτό το δύσκολο ιστορικό τοπίο τοποθετούνται οι ταινίες «Ελένη Γκαζογιάννη» και «Τελευταίος Κομιτατζής», δύο κινηματογραφικές ιστορίες που επιχειρούν να φωτίσουν διαφορετικές όψεις μιας ταραγμένης εποχής της ελληνικής ιστορίας.

Η πρώτη συνδέεται με την τραγική ιστορία της Ελένης Γκατζογιάννη, μιας Ελληνίδας μητέρας που έγινε σύμβολο μέσα από την προσωπική της περιπέτεια και τον τραγικό θάνατό της κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου. Η ιστορία της ξεπέρασε τα σύνορα της Ελλάδας και απέκτησε διεθνή απήχηση, προκαλώντας συζητήσεις γύρω από τη μνήμη, την πολιτική βία και το ανθρώπινο κόστος του διχασμού.

Ο «Τελευταίος Κομιτατζής», από την άλλη πλευρά, μεταφέρει τον θεατή σε ένα διαφορετικό αλλά εξίσου φορτισμένο ιστορικό περιβάλλον, όπου η βία, οι συγκρούσεις και οι πολιτικές ανακατατάξεις διαμορφώνουν τις ζωές των ανθρώπων.

Η Ιστορία μέσα από τους ανθρώπους

Το ενδιαφέρον και των δύο ιστοριών βρίσκεται στο γεγονός ότι η μεγάλη Ιστορία δεν παρουσιάζεται μόνο μέσα από ημερομηνίες, στρατιωτικές επιχειρήσεις και πολιτικές εξελίξεις. Περνά μέσα από τους ανθρώπους.

Μέσα από τις οικογένειες που χωρίστηκαν, τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν να πάρουν δύσκολες αποφάσεις, εκείνους που βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη βία και όσους κουβάλησαν για χρόνια τις συνέπειες μιας εποχής που άφησε βαθιά σημάδια στην ελληνική κοινωνία.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμη του κινηματογράφου όταν καταπιάνεται με ιστορικά γεγονότα: να κάνει τον θεατή να δει πίσω από τους αριθμούς και τις πολιτικές ταυτότητες έναν άνθρωπο, μια οικογένεια, έναν φόβο, μια απώλεια.

Μια εποχή που εξακολουθεί να διχάζει

Ο Ελληνικός Εμφύλιος και οι πολιτικές συγκρούσεις που τον περιέβαλαν αποτελούν μέχρι σήμερα ένα από τα πιο ευαίσθητα κεφάλαια της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Η κινηματογραφική προσέγγιση τέτοιων θεμάτων δεν μπορεί παρά να προκαλεί συζητήσεις, ιδιαίτερα όταν αγγίζει ζητήματα που εξακολουθούν να έχουν διαφορετικές αναγνώσεις και ερμηνείες.

Γι' αυτό και η αξία τέτοιων ταινιών δεν βρίσκεται μόνο στο αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με την οπτική τους. Βρίσκεται και στην ευκαιρία που προσφέρουν για να ξαναδούμε το παρελθόν, να αναζητήσουμε τις πραγματικές διαστάσεις των γεγονότων και να κατανοήσουμε καλύτερα μια εποχή που σημάδεψε γενιές Ελλήνων.

Η μνήμη απέναντι στη λήθη

Η «Ελένη Γκαζογιάννη» και ο «Τελευταίος Κομιτατζής» μπορούν να ιδωθούν, πέρα από τις διαφορετικές κινηματογραφικές τους προσεγγίσεις, ως δύο έργα που θέτουν στο επίκεντρο τη μνήμη.

Γιατί η Ιστορία δεν είναι μόνο όσα γράφονται στα βιβλία. Είναι και όσα μεταφέρονται από γενιά σε γενιά μέσα από οικογενειακές αφηγήσεις, φωτογραφίες, μαρτυρίες και προσωπικές τραγωδίες.

Και ο κινηματογράφος, όταν επιχειρεί να αναμετρηθεί με αυτή τη μνήμη, έχει μια ιδιαίτερη δύναμη: μπορεί να ξαναφέρει στο προσκήνιο ιστορίες ανθρώπων που κινδυνεύουν να χαθούν μέσα στη λήθη.

Σε μια εποχή όπου η ιστορική μνήμη συχνά μετατρέπεται σε αντικείμενο αντιπαράθεσης, η ουσιαστική αξία βρίσκεται στην αναζήτηση της γνώσης και στην προσπάθεια να κατανοήσουμε το παρελθόν χωρίς να ξεχνάμε ποτέ το ανθρώπινο κόστος.

Δύο ταινίες, δύο ιστορίες, μια ολόκληρη εποχή που εξακολουθεί να ζητά από τις νεότερες γενιές να τη γνωρίσουν, να τη μελετήσουν και –πάνω απ' όλα– να μην ξεχάσουν.

Η «Ελένη» και ο «Τελευταίος των Κομιτατζήδων»: όταν η Ιστορία γίνεται δύσκολη υπόθεση για την τηλεόραση

Υπάρχουν ταινίες που απλώς περνούν από τις κινηματογραφικές αίθουσες και υπάρχουν ταινίες που, ακόμη και δεκαετίες μετά την πρώτη τους προβολή, εξακολουθούν να προκαλούν συζήτηση.

Η «Ελένη» του Πίτερ Γέιτς, βασισμένη στο βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη, ανήκει αναμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία. Η ταινία, με την Κέιτ Νέλιγκαν στον ρόλο της Ελένης Γκατζογιάννη και τον Τζον Μάλκοβιτς στον ρόλο του ενήλικου γιου της, μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη μια από τις πιο τραγικές και αμφιλεγόμενες ιστορίες που συνδέθηκαν με τον Ελληνικό Εμφύλιο.

Η ελληνική προβολή της δεν ήταν μια συνηθισμένη κινηματογραφική πρεμιέρα. Η «Ελένη» βρέθηκε στο επίκεντρο μιας έντονης πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης. Πηγές της εποχής και μεταγενέστερες αναφορές καταγράφουν έντονες αντιδράσεις, οργανωμένες διαμαρτυρίες και έναν δημόσιο διάλογο που ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια μιας κινηματογραφικής κριτικής.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας.

Μια ταινία που δεν έγινε ποτέ «τηλεοπτική κανονικότητα»

Η «Ελένη» δεν εξαφανίστηκε επειδή δεν υπήρχε ενδιαφέρον για την ιστορία της. Το αντίθετο. Ακριβώς επειδή το θέμα της παρέμενε πολιτικά και ιστορικά φορτισμένο, η ταινία συνέχισε να αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης.

Σήμερα, αναζητώντας κανείς την ταινία, είναι πολύ πιθανότερο να τη συναντήσει σε διαδικτυακές πλατφόρμες και αρχεία χρηστών παρά σε τηλεοπτικό πρόγραμμα. Υπάρχουν μάλιστα δημοσιεύματα που υποστηρίζουν ρητά ότι δεν έχει επαναπροβληθεί από ελληνικό κρατικό ή ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό. Ωστόσο, η απουσία ενός πλήρους και δημόσια διαθέσιμου αρχείου όλων των τηλεοπτικών προγραμμάτων δεν επιτρέπει να μετατραπεί αυτή η διαπίστωση σε απόλυτα αποδεδειγμένο «ποτέ».

Και αυτό από μόνο του είναι ένα ερώτημα που αξίζει να τεθεί:

Πώς είναι δυνατόν μια ταινία που έχει αποτελέσει αντικείμενο τόσο έντονου δημόσιου διαλόγου να παραμένει ουσιαστικά εκτός της τηλεοπτικής μνήμης της χώρας;

Δεν χρειάζεται να συμφωνεί κάποιος με την ιστορική οπτική της «Ελένης» για να θεωρεί ότι πρέπει να μπορεί να τη δει και να την κρίνει.

Η τέχνη δεν χρειάζεται προστασία από τον θεατή

Εδώ βρίσκεται και η δική μας κριτική.

Μια δημοκρατική κοινωνία δεν προστατεύει τους πολίτες της από μια ταινία που τους ενοχλεί. Τους δίνει τη δυνατότητα να τη δουν, να τη διαβάσουν, να την αμφισβητήσουν και να την αντικρούσουν.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κινηματογραφική αναπαράσταση αποτελεί ιστορικό ντοκουμέντο. Η «Ελένη», όπως και κάθε δραματοποιημένη ιστορική ταινία, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κινηματογραφικό έργο και όχι ως η μοναδική και αδιαμφισβήτητη εκδοχή της Ιστορίας.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της κριτικής.

Η ταινία έχει δύναμη ως ανθρώπινο δράμα, αλλά η πολιτική και ιστορική της οπτική είναι σαφώς συγκεκριμένη. Η ιστορία του Εμφυλίου παραμένει αντικείμενο διαφορετικών ερμηνειών και η ίδια η «Ελένη» έχει δεχθεί έντονη κριτική για την ιστορική της προσέγγιση. Υπάρχουν, μάλιστα, δημοσιευμένες μελέτες και αντιπαραθέσεις που αμφισβητούν επιμέρους στοιχεία της αφήγησης του Γκατζογιάννη.

Αυτό όμως δεν αποτελεί επιχείρημα για να μη βλέπεται.

Αποτελεί ακριβώς το αντίθετο.

Αποτελεί επιχείρημα για να προβάλλεται και να συζητείται.

Και ο «Τελευταίος των Κομιτατζήδων»

Στην ίδια μεγάλη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο ο ελληνικός κινηματογράφος αντιμετώπισε την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τον αντικομμουνιστικό λόγο εντάσσεται και ο «Τελευταίος των Κομιτατζήδων» του Γρηγόρη Γρηγορίου, ταινία του 1969.

Η συγκεκριμένη ταινία εντάσσεται σε μια περίοδο κατά την οποία μεγάλο μέρος των κινηματογραφικών παραγωγών για την Κατοχή και τον Εμφύλιο υιοθετούσε την οπτική των νικητών του Εμφυλίου, ενώ έργα της εποχής αξιοποιούσαν έντονα τον αντικομμουνιστικό λόγο. Ο «Τελευταίος των Κομιτατζήδων» αναφέρεται χαρακτηριστικά στη σχετική ιστοριογραφία του ελληνικού κινηματογράφου.

Και εδώ η κριτική πρέπει να είναι διπλή.

Από τη μία, πρέπει να αναγνωρίζεται το γεγονός ότι τέτοιες ταινίες αποτελούν κομμάτι της κινηματογραφικής ιστορίας της Ελλάδας. Από την άλλη, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται άκριτα ως ιστορικά εγχειρίδια. Η εποχή, η πολιτική συγκυρία και οι ιδεολογικές αντιλήψεις μέσα στις οποίες δημιουργήθηκαν επηρεάζουν αναπόφευκτα την αφήγησή τους.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «ποιος έχει δίκιο»

Ίσως, τελικά, το σημαντικότερο ερώτημα να μην είναι ποια από τις δύο πλευρές έχει το απόλυτο δίκιο.

Το σημαντικότερο είναι αν έχουμε ωριμάσει αρκετά ώστε να μπορούμε να βλέπουμε ακόμη και τις ταινίες που μας ενοχλούν.

Να βλέπουμε την «Ελένη» και να μπορούμε να πούμε: αυτό είναι το έργο, αυτή είναι η οπτική του, αυτά είναι τα σημεία που συμφωνώ και αυτά που αμφισβητώ.

Να βλέπουμε τον «Τελευταίο των Κομιτατζήδων» και να μπορούμε να εξετάζουμε το έργο μέσα στο ιστορικό και πολιτικό περιβάλλον στο οποίο δημιουργήθηκε.

Χωρίς απαγορεύσεις. Χωρίς φόβο. Χωρίς την ανάγκη να αποφασίσει κάποιος εκ των προτέρων τι επιτρέπεται να δει ο πολίτης.

Γιατί η λογοκρισία, ακόμη και όταν εμφανίζεται με τον μανδύα της «προστασίας» από μια ανεπιθύμητη άποψη, έχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα: υποτιμά την κρίση του ίδιου του θεατή.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο παράδοξο με αυτές τις δύο ταινίες.

Έχουν περάσει δεκαετίες. Η Ελλάδα έχει αλλάξει. Οι γενιές έχουν αλλάξει. Η κοινωνία έχει πλέον τη δυνατότητα να συζητά ανοιχτά για τον Εμφύλιο και τις πληγές του.

Κι όμως, όταν μια ταινία παραμένει διαθέσιμη κυρίως μέσα από το διαδίκτυο και όχι μέσα από τη θεσμική τηλεοπτική μνήμη, το ερώτημα επιστρέφει:

Μήπως τελικά δεν φοβόμαστε τόσο την ταινία όσο τη συζήτηση που μπορεί να ανοίξει;

Η απάντηση δεν χρειάζεται να είναι πολιτική.

Μπορεί να είναι απλώς δημοκρατική:

Αφήστε τον θεατή να δει. Και μετά αφήστε τον να κρίνει.

Του Γιάννη Παρασύρη 

Από το Blogger.