Από τους χάρτες στα τετελεσμένα: Ποια είναι η ελληνική στρατηγική απέναντι στην Τουρκία;
Η Άγκυρα συνεχίζει να μεταφέρει τις διεκδικήσεις της στον χάρτη, αυτή τη φορά με τα δύο «εθνικά θαλάσσια πάρκα». Η Αθήνα απαντά με το Διεθνές Δίκαιο, όμως το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: αρκεί η καταγγελία ή χρειάζεται μια πιο ενεργητική στρατηγική αποτροπής;
Η εξωτερική πολιτική κρίνεται συχνά από όσα λέγονται. Η στρατηγική, όμως, κρίνεται κυρίως από όσα μένουν αποτυπωμένα στον χώρο.
Χάρτες, θαλάσσιες ζώνες, περιοχές ενδιαφέροντος, περιοχές ευθύνης. Όλα εκείνα τα στοιχεία που, ακόμη και όταν ξεκινούν ως συμβολικές κινήσεις, μπορούν να αποτελέσουν μέρος μιας ευρύτερης αντίληψης για το πώς πρέπει να διαμορφωθεί ο γεωπολιτικός χώρος.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι τελευταίες αποφάσεις της Τουρκίας για τη δημιουργία δύο «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν απλώς ως μια περιβαλλοντική πρωτοβουλία.
Η Άγκυρα επιμένει να μεταφέρει τις πολιτικές της θέσεις από το επίπεδο των δηλώσεων στο επίπεδο της χαρτογράφησης. Και αυτή ακριβώς είναι η παράμετρος που οφείλει να απασχολήσει περισσότερο την Αθήνα.
Από τη «Γαλάζια Πατρίδα» στους νέους χάρτες
Η τουρκική στρατηγική δεν εμφανίστηκε σήμερα.
Η «Γαλάζια Πατρίδα», το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ο τουρκικός Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός και σειρά προηγούμενων χαρτογραφήσεων έχουν διαμορφώσει εδώ και χρόνια ένα συγκεκριμένο αφήγημα της Άγκυρας για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Τουρκία επιδιώκει να παρουσιάζει τη δική της αντίληψη ως μια συνεκτική και διαχρονική εθνική πολιτική.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, έχει κάθε δικαίωμα —και υποχρέωση— να απορρίπτει κινήσεις που θεωρεί ότι παραβιάζουν το Διεθνές Δίκαιο ή επιχειρούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα σε περιοχές ελληνικού ενδιαφέροντος.
Η ελληνική νομική θέση είναι απαραίτητη.
Όμως εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά:
Το γεγονός ότι μια κίνηση δεν παράγει αυτομάτως νομικά αποτελέσματα δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να παράγει πολιτικά αποτελέσματα.
Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο η Αθήνα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική.
Οι χάρτες δεν είναι απλώς χαρτιά
Ένας χάρτης δεν αλλάζει από μόνος του το Διεθνές Δίκαιο.
Μπορεί όμως να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πολιτικής.
Όταν μια θέση επαναλαμβάνεται, αποτυπώνεται, δημοσιεύεται από κρατικούς φορείς και εντάσσεται σταδιακά σε ένα ευρύτερο εθνικό αφήγημα, αποκτά πολιτικό βάρος. Μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς για την επόμενη διπλωματική κίνηση και να χρησιμοποιηθεί ως βάση για νέες διεκδικήσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τουρκικός χάρτης αποτελεί αυτομάτως «τετελεσμένο». Σημαίνει όμως ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζει κάθε νέα χαρτογράφηση ως ένα μεμονωμένο περιστατικό.
Γιατί η στρατηγική συχνά χτίζεται ακριβώς έτσι:
με μικρές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις που συσσωρεύονται στον χρόνο.
Τα «ήρεμα νερά» και το μεγάλο ερώτημα
Εδώ επανέρχεται αναπόφευκτα η συζήτηση για την πολιτική των «ήρεμων νερών».
Η αποκλιμάκωση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι αναμφίβολα θετική. Καμία σοβαρή ελληνική πολιτική δεν μπορεί να έχει ως στόχο τη δημιουργία έντασης για την ένταση.
Όμως η απουσία μιας κρίσης δεν αποτελεί από μόνη της στρατηγική επιτυχία.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η ηρεμία συνοδεύεται από αλλαγή στους υπολογισμούς της άλλης πλευράς.
Αν η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί τις βασικές διεκδικήσεις της, αν το casus belli παραμένει, αν η αντίληψη της «Γαλάζιας Πατρίδας» εξακολουθεί να αποτελεί κεντρικό στοιχείο της τουρκικής στρατηγικής και αν παράλληλα εμφανίζονται νέες χαρτογραφήσεις, τότε η Αθήνα οφείλει να αξιολογήσει με ψυχραιμία τι ακριβώς έχει πετύχει η περίοδος της αποκλιμάκωσης.
Η ειρήνη είναι στόχος.
Δεν μπορεί όμως να γίνει αυτοσκοπός που οδηγεί σε αδράνεια.
Το «και μετά» της ελληνικής αντίδρασης
Η ελληνική ανακοίνωση ότι μια τουρκική ενέργεια είναι παράνομη είναι αναγκαία.
Δεν είναι όμως η τελευταία πράξη.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι ακολουθεί.
Πώς αντιμετωπίζεται η επόμενη χαρτογράφηση; Πώς ενισχύεται η ελληνική παρουσία; Πώς αξιοποιούνται οι συμμαχίες; Πώς συνδέεται το Διεθνές Δίκαιο με μια αποτελεσματική πολιτική αποτροπής; Και κυρίως, πώς διασφαλίζεται ότι καμία παράνομη διεκδίκηση δεν θα μπορέσει με την πάροδο του χρόνου να μετατραπεί σε κάτι που η διεθνής κοινότητα θα αντιμετωπίζει ως «δεδομένο»;
Αυτό είναι το δύσκολο κομμάτι της στρατηγικής.
Γιατί η αποτροπή δεν σημαίνει απαραίτητα στρατιωτική κλιμάκωση. Δεν σημαίνει ότι κάθε τουρκική κίνηση πρέπει να οδηγεί σε κρίση.
Σημαίνει ότι η άλλη πλευρά πρέπει να γνωρίζει πως υπάρχουν όρια τα οποία δεν μπορεί να μετακινεί βήμα-βήμα χωρίς συνέπειες.
Η παρέμβαση Σαμαρά
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και η δημόσια παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος έχει επανειλημμένα ασκήσει κριτική στην πολιτική των «ήρεμων νερών» και έχει θέσει το ζήτημα της ελληνικής στρατηγικής απέναντι στην Τουρκία.
Το ερώτημα που θέτει είναι ουσιαστικά ένα:
«Ποια είναι η στρατηγική μας;»
Και πρόκειται για ερώτημα που δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απλή κομματική αντιπαράθεση.
Γιατί ανεξάρτητα από το αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τον πρώην πρωθυπουργό, η ουσία παραμένει.
Η Ελλάδα χρειάζεται να γνωρίζει όχι μόνο τι απαντά σήμερα, αλλά και πού θέλει να βρίσκεται σε πέντε, δέκα ή είκοσι χρόνια.
Η Τουρκία έχει δείξει ότι μπορεί να λειτουργεί με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Να αλλάζει τακτικές, να επιδιώκει περιόδους αποκλιμάκωσης, να συνομιλεί με τη Δύση και ταυτόχρονα να διατηρεί σταθερές τις βασικές γεωπολιτικές της επιδιώξεις.
Αυτό απαιτεί αντίστοιχη ελληνική συνέχεια.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να φοβάται την ειρήνη — ούτε όμως να φοβάται την αποτροπή
Το ζητούμενο δεν είναι μια Ελλάδα που αναζητά διαρκώς την αντιπαράθεση.
Είναι μια Ελλάδα που επιδιώκει την ειρήνη από θέση ισχύος.
Μια χώρα που συνομιλεί, αλλά δεν υποχωρεί από τις αρχές της. Που επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο, αλλά ταυτόχρονα διαθέτει ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα. Που χτίζει συμμαχίες, αλλά δεν περιμένει από τρίτους να υπερασπιστούν μόνοι τους τα δικά της συμφέροντα.
Και πάνω απ' όλα, μια χώρα που δεν αφήνει τον γεωπολιτικό χώρο κενό.
Γιατί αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα των τελευταίων εξελίξεων:
Η Τουρκία συνεχίζει να χαρτογραφεί την αντίληψή της για την περιοχή. Η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει με ποια στρατηγική θέλει να απαντήσει.
Το Διεθνές Δίκαιο είναι απαραίτητο όπλο. Η διπλωματία είναι απαραίτητη. Οι συμμαχίες είναι απαραίτητες.
Αλλά όλα αυτά χρειάζονται κάτι ακόμη:
μια μακρόπνοη, σταθερή και ξεκάθαρη εθνική στρατηγική.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η μεγάλη μάχη δεν δίνεται μόνο για το ποιος έχει δίκιο.
Δίνεται και για το ποιος θα καταφέρει να διαμορφώσει την πραγματικότητα της επόμενης ημέρας.



