«Ήρεμα νερά» χωρίς στρατηγική; Η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη στο μικροσκόπιο

Η ελληνική εξωτερική πολιτική βρίσκεται ξανά μπροστά σε ένα κρίσιμο ερώτημα: η περίοδος αποκλιμάκωσης με την Τουρκία αποτελεί πραγματική στρατηγική επιτυχία ή απλώς μια περίοδο προσωρινής ηρεμίας;

Η συζήτηση έχει αναζωπυρωθεί μετά τις τελευταίες τουρκικές κινήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, με κορυφαία την ανακήρυξη δύο «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» στις 15 Αυγούστου 2026. Η Αθήνα αντέδρασε άμεσα, υποστηρίζοντας ότι οι τουρκικές αποφάσεις, στον βαθμό που επεκτείνονται πέρα από τα τουρκικά χωρικά ύδατα, δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα και δεν μπορούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της αντιπαράθεσης.

Γιατί άλλο είναι το νομικό αποτέλεσμα μιας τουρκικής μονομερούς ενέργειας και άλλο το πιθανό πολιτικό και στρατηγικό αποτύπωμά της.

Η Διακήρυξη των Αθηνών και η μεγάλη προσδοκία

Στις 7 Δεκεμβρίου 2023, Κυριάκος Μητσοτάκης και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υπέγραψαν τη «Διακήρυξη των Αθηνών περί Σχέσεων Φιλίας και Καλής Γειτονίας».

Το κείμενο προέβλεπε συνεχή πολιτικό διάλογο, θετική ατζέντα και προσπάθεια επίλυσης διαφορών με φιλικό τρόπο, μέσω απευθείας διαβουλεύσεων ή άλλων αμοιβαία αποδεκτών μέσων, σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Παράλληλα, τα δύο μέρη δεσμεύονταν να απέχουν από ενέργειες που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ειρήνη και τη σταθερότητα.

Υπάρχει όμως μία κρίσιμη λεπτομέρεια που δεν πρέπει να παραλείπεται: η ίδια η Διακήρυξη αναφέρει ρητά ότι δεν αποτελεί διεθνή συμφωνία δεσμευτική κατά το διεθνές δίκαιο και ότι δεν δημιουργεί νομικά δικαιώματα ή υποχρεώσεις.

Άρα, η πολιτική της αξία δεν θα κρινόταν από το αν δημιούργησε νομικές δεσμεύσεις. Θα κρινόταν από το εάν μπορούσε να οδηγήσει σε μια ουσιαστική αλλαγή συμπεριφοράς και σε σταθερότερες ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Και εκεί ακριβώς αρχίζει η δύσκολη συζήτηση.

Τι σημαίνουν τελικά τα «ήρεμα νερά»;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αποφυγή μιας στρατιωτικής κρίσης αποτελεί θετικό στοιχείο.

Η Ελλάδα δεν έχει κανένα συμφέρον από μια μόνιμη κατάσταση έντασης στο Αιγαίο. Ούτε η διπλωματία ούτε ο διάλογος αποτελούν από μόνοι τους αδυναμία.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αποκλιμάκωση ταυτίζεται με στρατηγική επιτυχία, χωρίς να εξετάζεται εάν έχουν μεταβληθεί οι βασικές θέσεις της άλλης πλευράς.

Και αυτό είναι το ερώτημα που τίθεται σήμερα.

Η Τουρκία εξακολουθεί να προβάλλει τις γνωστές της θέσεις για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η Ελλάδα εξακολουθεί να απορρίπτει σειρά τουρκικών διεκδικήσεων ως αντίθετες προς το Διεθνές Δίκαιο.

Η ηρεμία, επομένως, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη επίλυση.

Σημαίνει πρωτίστως διαχείριση της έντασης.

Και η διαχείριση της έντασης είναι διαφορετικό πράγμα από τη στρατηγική επίλυση.

Η Τουρκία συνεχίζει να χαρτογραφεί

Τα δύο νέα τουρκικά θαλάσσια πάρκα επαναφέρουν ακριβώς αυτό το ζήτημα.

Η Άγκυρα προχωρά σε μονομερείς αποφάσεις που η Αθήνα θεωρεί ότι αγγίζουν περιοχές πέραν της τουρκικής δικαιοδοσίας. Το ελληνικό ΥΠΕΞ ξεκαθαρίζει ότι τέτοιες αποφάσεις δεν δημιουργούν έννομα αποτελέσματα.

Η ελληνική θέση είναι απολύτως αναγκαίο να καταγράφεται.

Όμως η πολιτική ανάλυση δεν μπορεί να σταματήσει εκεί.

Γιατί ένας χάρτης μπορεί να μην αλλάζει το Διεθνές Δίκαιο, αλλά μπορεί να αποτελεί πολιτικό μήνυμα.

Η Τουρκία έχει αποδείξει τα τελευταία χρόνια ότι αντιμετωπίζει τη γεωπολιτική και μέσα από τη λογική της χαρτογράφησης. Η «Γαλάζια Πατρίδα», το τουρκολιβυκό μνημόνιο και οι διαφορετικές αποτυπώσεις των τουρκικών διεκδικήσεων αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου αφηγήματος.

Η Ελλάδα δεν πρέπει να φοβάται τους τουρκικούς χάρτες.

Πρέπει όμως να τους παίρνει πολιτικά και στρατηγικά στα σοβαρά.

Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο «είναι παράνομο;»

Η Αθήνα δικαιούται να απαντά:

«Δεν παράγει έννομα αποτελέσματα».

Το επόμενο ερώτημα, όμως, είναι:

«Και τι κάνουμε μετά;»

Διότι η στρατηγική δεν ολοκληρώνεται με μια ανακοίνωση.

Ούτε ένας αντίπαλος εγκαταλείπει μια διεκδίκηση επειδή η άλλη πλευρά την χαρακτήρισε παράνομη.

Η πραγματική αποτροπή απαιτεί συνδυασμό διπλωματίας, διεθνών συμμαχιών, αμυντικής ισχύος, οικονομικής και ενεργειακής παρουσίας και, κυρίως, συνέχειας στην εθνική στρατηγική.

Δεν σημαίνει στρατιωτική σύγκρουση.

Σημαίνει ότι η άλλη πλευρά πρέπει να γνωρίζει πως υπάρχουν κόκκινες γραμμές που δεν μπορούν να μετακινούνται σταδιακά.

Εκεί βρίσκεται η ουσία της κριτικής

Η κριτική προς την κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί να διατυπωθεί με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο:

Τα «ήρεμα νερά» απέτρεψαν μια κρίση, αλλά έχουν μετατραπεί μέχρι σήμερα σε ουσιαστική αλλαγή των τουρκικών στρατηγικών θέσεων;

Αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί.

Και η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε επικοινωνιακή ούτε κομματική.

Χρειάζεται αποτίμηση των πραγματικών δεδομένων.

Η Ελλάδα έχει ενισχύσει σημαντικά τις αμυντικές της δυνατότητες, έχει αναπτύξει σχέσεις και συνεργασίες στην περιοχή και έχει επενδύσει στη διπλωματική της παρουσία.

Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί ένα ευρύ φάσμα διεκδικήσεων.

Επομένως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη από το «η εξωτερική πολιτική απέτυχε πλήρως» ή, στον αντίποδα, «τα ήρεμα νερά αποτελούν απόλυτη επιτυχία».

Η πραγματική αξιολόγηση βρίσκεται ανάμεσα στα δύο.

Διάλογος, ναι. Αλλά με αποτροπή

Το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν να παρουσιαστούν ο διάλογος και η αποτροπή ως αντίθετες έννοιες.

Δεν είναι.

Μια χώρα μπορεί να συνομιλεί και ταυτόχρονα να έχει ισχυρές κόκκινες γραμμές.

Μπορεί να επιδιώκει ειρηνική επίλυση διαφορών και παράλληλα να επενδύει στην άμυνά της.

Μπορεί να συνεργάζεται οικονομικά με μια γειτονική χώρα χωρίς να αποδέχεται τις διεκδικήσεις της.

Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να αποδεικνύει στην πράξη η ελληνική εξωτερική πολιτική.

Διάλογος χωρίς αποτροπή μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία.
Αποτροπή χωρίς διάλογο μπορεί να οδηγήσει σε αχρείαστη ένταση.
Η σοβαρή στρατηγική χρειάζεται και τα δύο.

Το ερώτημα Σαμαρά παραμένει

Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά πολιτικό ενδιαφέρον η κριτική του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος εδώ και χρόνια αμφισβητεί τη λογική των «ήρεμων νερών» και ζητά περισσότερο ενεργητική πολιτική αποτροπής.

Ανεξάρτητα από το εάν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τις πολιτικές του θέσεις, ένα ερώτημα που θέτει είναι δύσκολο να αγνοηθεί:

Ποια ακριβώς είναι η μακροπρόθεσμη ελληνική στρατηγική απέναντι στην Τουρκία;

Όχι η τακτική της επόμενης συνάντησης.

Όχι η επόμενη ανακοίνωση του ΥΠΕΞ.

Όχι η διαχείριση της επόμενης κρίσης.

Αλλά ο συνολικός σχεδιασμός για την επόμενη δεκαετία.

Η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει τι θέλει να είναι

Η Ελλάδα δεν μπορεί να επιδιώκει την ειρήνη και ταυτόχρονα να εμφανίζεται φοβισμένη απέναντι στην αποτροπή.

Δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στο Διεθνές Δίκαιο και να αδιαφορεί για τον συσχετισμό ισχύος.

Δεν μπορεί, όμως, ούτε να αντιμετωπίζει κάθε τουρκική κίνηση ως προάγγελο πολέμου.

Χρειάζεται κάτι πολύ δυσκολότερο:

ψυχραιμία, αυτοπεποίθηση, συμμαχίες, ισχύ και καθαρή στρατηγική.

Η Διακήρυξη των Αθηνών δημιούργησε ένα πλαίσιο επικοινωνίας και αποκλιμάκωσης. Δεν δημιούργησε λύση των ελληνοτουρκικών διαφορών ούτε νομικές υποχρεώσεις.

Και οι τελευταίες εξελίξεις με τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα δείχνουν ότι η αντιπαράθεση των δύο χωρών δεν έχει εξαφανιστεί.

Το πραγματικό στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι να αποδείξει η Αθήνα ότι η Τουρκία παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο.

Αυτό είναι το εύκολο κομμάτι.

Το δύσκολο είναι να αποδείξει ότι η Ελλάδα διαθέτει τη στρατηγική, τις συμμαχίες και την αποτρεπτική ισχύ ώστε καμία μονομερής τουρκική χαρτογράφηση να μην μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικότητα.

Γιατί η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το ποιος έχει δίκιο.

Κρίνεται και από το ποιος μπορεί να υπερασπιστεί αποτελεσματικά το δίκιο του.

Από το Blogger.