Μητσοτάκης σε αποδρομή από την κοινωνία – Η ΔΕΘ των υποσχέσεων, η ακρίβεια που θερίζει και ο Σαμαράς που χτυπά εκεί που πονάει

Πίσω από τη σκληρή σύγκρουση των δύο πρώην πρωθυπουργών βρίσκεται μια κοινωνία που ασφυκτιά: φάρμακα, καύσιμα, σούπερ μάρκετ, ενοίκια και λογαριασμοί γονατίζουν τα νοικοκυριά – ενώ μεταναστευτικό και εξωτερική πολιτική προκαλούν νέες ανησυχίες.

Η 90ή ΔΕΘ δεν ήταν τελικά μόνο μια έκθεση εξαγγελιών.

Ήταν ο καθρέφτης μιας κυβέρνησης που επιχειρεί να παρουσιάσει μια εικόνα σταθερότητας, την ώρα που ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας αισθάνεται ότι η καθημερινότητά του γίνεται ολοένα πιο δύσκολη.

Και ήταν ταυτόχρονα η σκηνή μιας πρωτοφανούς, για τα δεδομένα της κυβερνητικής παράταξης, πολιτικής σύγκρουσης.

Κυριάκος Μητσοτάκης απέναντι στον Αντώνη Σαμαρά.

Ο πρωθυπουργός από τη μία πλευρά υπερασπίζεται την πορεία της κυβέρνησής του και δηλώνει ότι δεν υπάρχει περιθώριο συνεννόησης με τον πρώην πρωθυπουργό. Ο Αντώνης Σαμαράς, από την άλλη, ανεβάζει κατακόρυφα τους τόνους και επιμένει ότι η σημερινή Νέα Δημοκρατία έχει απομακρυνθεί από τη φυσιογνωμία της παράταξης.

Και κάπου ανάμεσα στους δύο βρίσκεται ο πραγματικός πρωταγωνιστής:

ο Έλληνας πολίτης.

Ο πολίτης που δεν ενδιαφέρεται για το ποιος θα κερδίσει μια εσωκομματική μάχη.

Ενδιαφέρεται για το αν θα μπορέσει να πληρώσει το νοίκι.

Για το αν θα γεμίσει το ρεζερβουάρ χωρίς να κάνει υπολογισμούς.

Για το αν θα αγοράσει τα φάρμακά του χωρίς να αναρωτηθεί τι άλλο πρέπει να κόψει.

Για το αν το καρότσι του σούπερ μάρκετ θα γεμίσει με τα απαραίτητα χωρίς να αδειάσει ο τραπεζικός λογαριασμός.

Για το αν θα μπορέσει να πληρώσει το ρεύμα, το νερό, τη θέρμανση.

Για το αν τα παιδιά του θα μπορέσουν κάποτε να αποκτήσουν δικό τους σπίτι.

Αυτή είναι η Ελλάδα του 2026.

Και αυτή η Ελλάδα δεν μπορεί να κυβερνηθεί με επικοινωνιακά συνθήματα.

Η χώρα δεν ζει με εξαγγελίες

Για την κυβέρνηση, οι εξαγγελίες της ΔΕΘ αποτελούν ένα σημαντικό πακέτο οικονομικής στήριξης.

Για την κοινωνία, όμως, το ερώτημα είναι πολύ πιο απλό:

«Πότε θα δω πραγματική διαφορά στη ζωή μου;»

Γιατί ο πολίτης δεν πληρώνει τις υποχρεώσεις του με κυβερνητικές ανακοινώσεις.

Πληρώνει με τον μισθό του.

Και όταν ο μισθός τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας, όταν το ενοίκιο καταλαμβάνει δυσανάλογο μέρος του εισοδήματος, όταν οι τιμές των βασικών αγαθών παραμένουν βαριές, τότε η πολιτική εξουσία δεν μπορεί να ζητά από την κοινωνία να αισθάνεται ευγνωμοσύνη επειδή της προσφέρει περιστασιακές ανάσες.

Η κοινωνία ζητά οξυγόνο, όχι προσωρινά επιδόματα.

Ζητά πολιτικές που θα χτυπήσουν τη ρίζα του προβλήματος.

Ζητά μισθούς που να επιτρέπουν αξιοπρεπή ζωή.

Ζητά προσιτή στέγη.

Ζητά πραγματικό έλεγχο της αγοράς.

Ζητά φθηνότερη ενέργεια και καύσιμα.

Ζητά πρόσβαση στα φάρμακα.

Ζητά να μπορεί να μεγαλώσει παιδιά χωρίς να αισθάνεται ότι η δημιουργία οικογένειας είναι οικονομικό ρίσκο.

Και πάνω απ’ όλα ζητά κάτι που σήμερα μοιάζει να έχει χαθεί:

βεβαιότητα για το αύριο.

Η αβεβαιότητα δεν έχει ηλικία

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στους χαμηλόμισθους.

Ούτε μόνο στους συνταξιούχους.

Ούτε μόνο στους νέους.

Έχει γίνει οριζόντιο.

Ο νέος φοβάται ότι δεν θα μπορέσει να φύγει από το πατρικό του.

Ο εργαζόμενος φοβάται ότι ο μισθός του δεν θα ακολουθήσει το κόστος ζωής.

Ο οικογενειάρχης φοβάται τον επόμενο λογαριασμό.

Ο γονιός φοβάται για το μέλλον των παιδιών του.

Ο συνταξιούχος φοβάται μήπως η σύνταξη δεν επαρκεί για τα βασικά.

Μια κοινωνία που φοβάται το αύριο είναι μια κοινωνία που απαιτεί πολιτικές απαντήσεις σήμερα.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη αδυναμία του κυβερνητικού αφηγήματος.

Δεν αρκεί να λες ότι η οικονομία πηγαίνει καλύτερα.

Πρέπει να το αισθάνεται και ο πολίτης.

Σαμαράς: Ο πολιτικός που βρήκε το νεύρο της κοινωνίας

Και μέσα σε αυτό το σκηνικό εμφανίζεται ο Αντώνης Σαμαράς.

Ο πρώην πρωθυπουργός έχει επιλέξει να συγκρουστεί ανοιχτά με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και να αμφισβητήσει ευθέως την πολιτική κατεύθυνση της σημερινής κυβέρνησης. Η απάντηση του Μαξίμου ήταν εξίσου σκληρή, με τον πρωθυπουργό να μιλά για έλλειψη περιθωρίου συνεννόησης και να εξαπολύει προσωπικές αιχμές.

Όμως υπάρχει κάτι που η κυβέρνηση θα πρέπει να προσέξει.

Ο Σαμαράς δεν κερδίζει μόνο επειδή επιτίθεται στον Μητσοτάκη.

Κερδίζει πολιτικό χώρο επειδή μιλά για θέματα που ένα τμήμα της κοινωνίας αισθάνεται ότι βρίσκονται στην καθημερινότητά του.

Ακρίβεια.

Μετανάστευση.

Εθνικά θέματα.

Εξωτερική πολιτική.

Ταυτότητα της παράταξης.

Και όταν ένας πολιτικός καταφέρνει να μετατρέψει την προσωπική του σύγκρουση με έναν πρωθυπουργό σε συζήτηση για τα πραγματικά προβλήματα των πολιτών, τότε η αντιπαράθεση παύει να είναι προσωπική.

Γίνεται πολιτική.

Το μεταναστευτικό δεν μπορεί να κρύβεται κάτω από το χαλί

Το μεταναστευτικό αποτελεί επίσης ένα από τα ζητήματα που έχουν προκαλέσει έντονη κοινωνική συζήτηση και πολιτική αντιπαράθεση.

Και εδώ η κυβέρνηση δεν μπορεί να επιλέγει μόνο τις πλευρές του ζητήματος που τη βολεύουν.

Η κοινωνία θέλει έλεγχο.

Θέλει σύνορα που να προστατεύονται.

Θέλει κανόνες.

Θέλει γρήγορες διαδικασίες ασύλου.

Θέλει επιστροφές όπου προβλέπονται.

Θέλει να γνωρίζει ποιος εισέρχεται στη χώρα, ποιος δικαιούται να παραμείνει και με ποιους όρους.

Και θέλει ταυτόχρονα μια πολιτική που να σέβεται το κράτος δικαίου και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Αυτό δεν είναι ακραίο αίτημα. Είναι απαίτηση μιας οργανωμένης πολιτείας.

Η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάζει τη δική της διαχείριση ως αποτελεσματική. Όμως πολιτικά δεν αρκεί να το δηλώνει. Πρέπει να πείσει την κοινωνία ότι έχει τον έλεγχο.

Και στα εθνικά, η κοινωνία ζητά καθαρές γραμμές

Στην εξωτερική πολιτική, η κριτική του Αντώνη Σαμαρά είναι ακόμη πιο σκληρή.

Η κυβέρνηση υπερασπίζεται τον διάλογο και τη στρατηγική της στα ελληνοτουρκικά, ενώ ο πρώην πρωθυπουργός αμφισβητεί την κατεύθυνση αυτή και ζητά πολύ πιο αυστηρή στάση στα εθνικά ζητήματα. Ο ίδιος ο Μητσοτάκης συνέδεσε τη διαφωνία αυτή με τον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης.

Εδώ, όμως, δεν υπάρχει χώρος για επικοινωνιακά παιχνίδια.

Η Ελλάδα χρειάζεται στρατηγική.

Χρειάζεται αποτρεπτική ισχύ.

Χρειάζεται συμμαχίες.

Χρειάζεται διπλωματία.

Αλλά χρειάζεται πάνω απ' όλα σαφείς κόκκινες γραμμές.

Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να είναι μια διαρκής προσπάθεια να εξηγούμε στο εσωτερικό ότι «όλα πάνε καλά».

Ο πολίτης θέλει να ξέρει ότι τα εθνικά συμφέροντα προστατεύονται με συνέπεια.

Ο μεγάλος χαμένος δεν είναι ο Σαμαράς. Είναι η πολιτική αξιοπιστία

Η αντιπαράθεση Μητσοτάκη – Σαμαρά μπορεί να εξελίσσεται σε έναν προσωπικό πολιτικό πόλεμο.

Όμως υπάρχει ένας μεγαλύτερος κίνδυνος για την κυβέρνηση.

Να χάσει την επαφή με την κοινωνία.

Γιατί όσο περισσότερο το πολιτικό σύστημα συζητά για πρόσωπα, ποσοστά, εσωκομματικές ισορροπίες και εκλογικές στρατηγικές, τόσο περισσότερο ο πολίτης αναρωτιέται:

«Και με εμένα ποιος θα ασχοληθεί;»

Αυτή είναι η ερώτηση που δεν απαντήθηκε στη ΔΕΘ.

Γιατί μπορεί ο πρωθυπουργός να μιλά ήδη για εκλογές την άνοιξη του 2027 και για τον στόχο της αυτοδυναμίας.

Μπορεί ο Σαμαράς να συνεχίζει την επίθεσή του.

Μπορεί η Νέα Δημοκρατία να προσπαθεί να συσπειρώσει το ακροατήριό της.

Όμως η κοινωνία έχει τη δική της ατζέντα.

Και αυτή η ατζέντα δεν γράφεται στο Μέγαρο Μαξίμου.

Γράφεται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.

Στο φαρμακείο.

Στο πρατήριο καυσίμων.

Στο ενοίκιο.

Στον λογαριασμό του ρεύματος.

Στο πορτοφόλι του συνταξιούχου.

Στον μισθό του εργαζόμενου.

Στην αγωνία του νέου ανθρώπου που θέλει να φύγει από το πατρικό του και δεν μπορεί.

Η ΔΕΘ τελείωσε. Η κοινωνική λογοδοσία τώρα αρχίζει

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να θεωρεί ότι η κυβέρνηση έχει δώσει απαντήσεις.

Η κοινωνία, όμως, έχει κάθε δικαίωμα να κρίνει αν αυτές οι απαντήσεις είναι αρκετές.

Και μέχρι να αποδειχθεί στην πράξη ότι η καθημερινότητα αλλάζει, οι εξαγγελίες θα παραμένουν εξαγγελίες.

Γιατί η πολιτική δεν κρίνεται στο βήμα της ΔΕΘ.

Κρίνεται στο σπίτι του πολίτη.

Εκεί όπου ανοίγει το πορτοφόλι.

Εκεί όπου έρχεται ο λογαριασμός.

Εκεί όπου γίνεται ο οικογενειακός προϋπολογισμός.

Εκεί όπου ένας γονιός κοιτάζει το παιδί του και αναρωτιέται τι μέλλον μπορεί να του εξασφαλίσει.

Και αν η κυβέρνηση θέλει πραγματικά να μιλά για αυτοδυναμία, θα πρέπει πρώτα να απαντήσει σε κάτι πολύ πιο δύσκολο:

Μπορεί να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη μιας κοινωνίας που αισθάνεται ότι πληρώνει ακριβά το σήμερα και φοβάται ακόμη περισσότερο το αύριο;

Γιατί η κάλπη δεν θα μετρήσει μόνο τις κυβερνητικές εξαγγελίες.

Θα μετρήσει την καθημερινότητα.

Και εκεί, η πολιτική εικόνα είναι πολύ πιο σκληρή από οποιοδήποτε χειροκρότημα στη ΔΕΘ.

Η ΔΕΘ τελείωσε. Οι λογαριασμοί όμως έμειναν. Και αυτούς, τελικά, θα τους πληρώσει η κυβέρνηση στην κάλπη.

Του Γιάννη Παρασύρη 

Από το Blogger.