Αλέξη, τα θυμάται κανείς όλα αυτά;

Από το «θα σκίσουμε τα Μνημόνια» στο τρίτο πρόγραμμα, από τα 751 ευρώ στον πραγματικό κατώτατο, από το «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» στα funds και από τα νταούλια στη Μέρκελ στον πιο σκληρό λογαριασμό της πολιτικής σου διαδρομής.

Υπήρξε ένας Αλέξης που λατρεύτηκε μετά μανίας.

Ένας Αλέξης που το 2015 πήρε 36,34% στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, μετά το δημοψήφισμα, τα capital controls, το κλείσιμο των τραπεζών και το πολιτικό χάος εκείνου του καλοκαιριού.

Ένας Αλέξης που εμφανίστηκε ως ο άνθρωπος που θα τα έβαζε με τους «τοκογλύφους», θα έσκιζε τα Μνημόνια, θα χτυπούσε τα νταούλια και θα χόρευαν οι αγορές.

Και τελικά;

Τα νταούλια έμειναν στη σκηνή.

Ο χορός, όμως, έγινε αλλού.

Τον Αύγουστο του 2015 η Ελλάδα υπέγραψε το τρίτο πρόγραμμα οικονομικής στήριξης με τον ESM, με δυνατότητα χρηματοδότησης έως 86 δισ. ευρώ και με ένα νέο πακέτο δεσμεύσεων.

Αυτή είναι η πολιτική πραγματικότητα.

Όλα τα υπόλοιπα είναι το αφήγημα που ο καθένας επιλέγει να κρατήσει.

Ο Αλέξης που θα καταργούσε τον ΕΝΦΙΑ

Δεν χρειάζεται καν να ψάξουμε στα υπόγεια του διαδικτύου.

Αρκεί να ανοίξουμε τις προγραμματικές δηλώσεις του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα.

«Καταργούμε τον ΕΝΦΙΑ από το 2015», έλεγε το 2015, δεσμευόμενος να τον αντικαταστήσει με Φόρο Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας. Στην ίδια ομιλία δεσμευόταν και για κατώτατο μισθό 751 ευρώ.

Τελικά ο ΕΝΦΙΑ δεν καταργήθηκε.

Παρέμεινε.

Και η περίφημη επιστροφή στα 751 ευρώ δεν έγινε όπως είχε εξαγγελθεί.

Αυτό δεν είναι πολιτική ερμηνεία.

Είναι σύγκριση ανάμεσα σε μια προεκλογική δέσμευση και στην πολιτική που τελικά εφαρμόστηκε.

Και αυτή η σύγκριση έχει ένα ενοχλητικό χαρακτηριστικό:

Θυμίζει.

Από το «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» στα funds

Εδώ πλέον μιλάμε για μία από τις πιο χαρακτηριστικές αντιφάσεις της εποχής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ οικοδόμησε μεγάλο μέρος της πολιτικής του ρητορικής πάνω στην προστασία της πρώτης κατοικίας και στο σύνθημα «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη».

Και η πολιτική πραγματικότητα των επόμενων ετών έγινε πολύ πιο σύνθετη και πολύ πιο σκληρή.

Γιατί η Ελλάδα πέρασε από τις τράπεζες στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στα funds, στους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς και σε ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο κόκκινων δανείων.

Κάπου εδώ, λοιπόν, αξίζει να θυμόμαστε τι λεγόταν τότε.

Γιατί στην πολιτική υπάρχει ένα υπέροχο κόλπο:

Λες κάτι τόσο δυνατά, ώστε όλοι να θυμούνται τη φωνή.

Και μετά ελπίζεις να ξεχάσουν την πράξη.

Και μετά ήρθαν οι ιδιωτικοποιήσεις

Εδώ υπάρχει ένα ακόμη παράδοξο.

Η κυβέρνηση Τσίπρα ολοκλήρωσε την πώληση της ΤΡΑΙΝΟΣΕ στην ιταλική Ferrovie dello Stato έναντι 45 εκατ. ευρώ, με τη σύμβαση να υπογράφεται τον Ιανουάριο του 2017 και τη συναλλαγή να ολοκληρώνεται τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Δεν χρειάζεται να φωνάξεις «ξεπούλημα».

Αρκεί να θυμηθείς τι έλεγε ο πολιτικός λόγος της εποχής για τις ιδιωτικοποιήσεις.

Και μετά να κοιτάξεις τα αποτελέσματα.

Το ίδιο συνέβη και με τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια, η διαχείριση των οποίων πέρασε στη Fraport Greece στις 11 Απριλίου 2017.

Η πολιτική ζωή έχει αυτή την περίεργη συνήθεια:

Να φέρνει κάποτε μπροστά σου τα ίδια πράγματα για τα οποία κάποτε φώναζες από την άλλη πλευρά του οδοφράγματος.

Τα 751 ευρώ και οι υποσχέσεις που έμειναν στο ράφι

«751 ευρώ».

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές υποσχέσεις εκείνης της περιόδου.

Ο ίδιος ο Τσίπρας την είχε διατυπώσει επισήμως στις προγραμματικές του δηλώσεις.

Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, το ερώτημα δεν είναι αν ο τότε ΣΥΡΙΖΑ είχε δικαίωμα να αλλάξει πολιτική.

Φυσικά και είχε.

Το ερώτημα είναι άλλο:

Γιατί η προεκλογική Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ απείχε τόσο πολύ από την κυβερνητική Ελλάδα του ΣΥΡΙΖΑ;

Γιατί άλλο πράγμα η πολιτική διαπραγμάτευση και άλλο να παρουσιάζεις μια πολιτική ως βεβαιότητα και μετά να ανακαλύπτεις, αφού πάρεις την εξουσία, ότι η πραγματικότητα έχει λογαριασμό.

Και ο λογαριασμός ήρθε.

Ο Αλέξης που πολέμησε το «παλιό»

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία.

Ο άνθρωπος που μιλούσε για το παλιό πολιτικό σύστημα κυβέρνησε τελικά με πρόσωπα που προέρχονταν από διαφορετικές πτέρυγες και διαφορετικές πολιτικές διαδρομές.

Συγκυβέρνησε με τον Πάνο Καμμένο και τους ΑΝΕΛ.

Συνεργάστηκε με πολιτικά πρόσωπα που ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ του παρελθόντος θα αντιμετώπιζε με πολύ διαφορετικό τρόπο.

Και κάπως έτσι το «παλιό» αποδείχθηκε εξαιρετικά χρήσιμο όταν χρειάστηκε να γίνει «κυβερνητικό».

Πόσο βολικό είναι τελικά το παλιό πολιτικό σύστημα όταν χρειάζεσαι τους αριθμούς του στη Βουλή;

Και μετά ήρθε η Μακεδονία

Εδώ δεν χρειάζεται ούτε υπερβολή ούτε συνθηματολογία.

Υπήρξε η Συμφωνία των Πρεσπών.

Η κυβέρνηση Τσίπρα την υπέγραψε και την υπερασπίστηκε πολιτικά.

Οι υποστηρικτές της τη θεώρησαν σημαντική διπλωματική συμφωνία που έλυσε μια πολυετή διαφορά.

Οι αντίπαλοί της τη θεώρησαν απαράδεκτη υποχώρηση σε ζητήματα ταυτότητας και εθνικής κληρονομιάς.

Αυτή είναι η πολιτική σύγκρουση.

Και ο καθένας μπορεί να έχει την άποψή του.

Αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι ότι η Συμφωνία των Πρεσπών αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες και πιο διχαστικές αποφάσεις της κυβέρνησης Τσίπρα.

Και ύστερα ήρθε το Μάτι

Εδώ, όμως, σταματά η ειρωνεία.

Γιατί υπάρχουν στιγμές που η πολιτική αντιπαράθεση πρέπει να κατεβάζει ένταση και να ανεβάζει ευθύνη.

Η τραγωδία στο Μάτι άφησε πίσω της περισσότερους από 100 νεκρούς και έγινε ένα από τα πιο βαριά κεφάλαια της διακυβέρνησης Τσίπρα.

Και δεν μπορεί μια πολιτική αποτίμηση να προσπεράσει το ζήτημα της κρατικής διαχείρισης εκείνης της τραγωδίας.

Όπως επίσης δεν μπορεί να μετατρέπεται η ευθύνη του κράτους σε εύκολη μεταφορά της ευθύνης στα ίδια τα θύματα.

Οι άνθρωποι που χάθηκαν δεν ήταν πολιτικό επιχείρημα.

Ήταν άνθρωποι.

Και τώρα;

Εδώ βρίσκεται το πραγματικά ενδιαφέρον.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν εξαφανίστηκε από την πολιτική.

Επανήλθε στην πρώτη γραμμή με νέο πολιτικό φορέα, την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, και τον Σεπτέμβριο του 2026 παρουσίασε στη Θεσσαλονίκη νέο οικονομικό πρόγραμμα, με νέες υποσχέσεις για μισθούς, φόρους και κοινωνική πολιτική.

Και κάπου εδώ εγώ θέλω να κάνω μία απλή ερώτηση.

Πόσο κοντή είναι τελικά η πολιτική μνήμη αυτού του τόπου;

Γιατί ο πολιτικός μπορεί να αλλάξει πρόγραμμα.

Μπορεί να αλλάξει κόμμα.

Μπορεί να αλλάξει αφήγημα.

Μπορεί ακόμη και να παρουσιάσει τον εαυτό του ως κάτι καινούργιο.

Ο πολίτης όμως έχει δικαίωμα να θυμάται.

Να θυμάται τα 751 ευρώ.

Να θυμάται τον ΕΝΦΙΑ.

Να θυμάται το τρίτο Μνημόνιο.

Να θυμάται τις ιδιωτικοποιήσεις.

Να θυμάται τις Πρέσπες.

Να θυμάται το Μάτι.

Να θυμάται τι ειπώθηκε και τι τελικά έγινε.

Γιατί η δημοκρατία δεν απαιτεί από τον πολίτη να ξεχνά.

Απαιτεί ακριβώς το αντίθετο:

Να θυμάται και να κρίνει.

Και αυτό, όσο κι αν ενοχλεί τους πολιτικούς όλων των αποχρώσεων, είναι το μόνο πραγματικό «τεστ μνήμης» που έχει σημασία.

Ο Αλέξης του 2015 μπορεί να επιστρέψει με καινούργιο πρόγραμμα.

Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα του 2026 είναι διατεθειμένη να ξεχάσει την Ελλάδα του 2015.

Γιατί η πολιτική μπορεί να ξαναγράψει το αφήγημά της. Η μνήμη των πολιτών, όμως, δεν είναι λευκή σελίδα.

Του Γιάννη Παρασύρη 

Από το Blogger.